Ο Μιχάλης Κακογιάννης και ο Ταύρος
Aπό τους αρχιτέκτονες του ΙΜΚ Βασίλη Σγούτα και Δημήτρη Σγούτα.
Από τις πρώτες συζητήσεις μας με τον Μιχάλη Κακογιάννη, λίγο πριν το 2004, ήταν φανερό ότι ήθελε να αναγερθεί το Πολιτιστικό Κέντρο, που είχε οραματιστεί, στον εκκολαπτόμενο νέο πολιτιστικό άξονα της Αθήνας – την οδό Πειραιώς, η οποία είχε πάψει, από καιρό, να στεγάζει βιομηχανίες. Δεν τον ενδιέφερε να είναι κοντά στο κέντρο, ήθελε να είναι κάπου που να έκανε τη διαφορά στην τοπική κοινωνία.
Η αναζήτηση κατάλληλου οικοπέδου οδήγησε στον Ταύρο, στο παλιό εργοστάσιο Νιαγάρα. Μόλις το είδε ο Μιχάλης Κακογιάννης, είπε αμέσως «αυτό!». Ήταν ιδιοκτησίας της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς πρόσωπο ούτε στην οδό Πειραιώς, αλλά ούτε και στην οδό Σμύρνης. Παρ’ όλα αυτά ο Μιχάλης επέμεινε – και πόσο δικαιώθηκε. Κανένας άλλος δεν θα το τολμούσε.

Τα προβλήματα ήταν, από την αρχή, πολλά. Η εξασφάλιση της μικρής ιδιοκτησίας της ΕΥΔΑΠ που θα έδινε πρόσωπο στην οδό Σμύρνης έγινε απρόσκοπτα. Το ακριβώς αντίθετο συνέβη με τη λωρίδα κατά μήκος της οδού Πειραιώς. Όλα, όμως, είχαν ευτυχή κατάληξη, με αποκορύφωμα μια επεισοδιακή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ταύρου όπου, περασμένες 02.30 τα ξημερώματα, υπερίσχυσε η λογική έναντι της μικροπολιτικής. Και ο ΜΚ πέτυχε κάτι που μας το είχε εκμυστηρευτεί κάποιες φορές – να γίνει πραγματικότητα το κτίριο του σε περιοχή όπου θα προσέδιδε όχι μόνο ευρύτερο αλλά και τοπικό κοινωνικό όφελος.
Προκειμένου να ολοκληρωθούν οι μελέτες σε τρόπο που να εκπληρωθεί το όραμα του Μιχάλη Κακογιάννη, και οι αντικειμενικές απαιτήσεις ενός πολυδιάστατου κτιρίου, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο ΥΠΕΧΩΔΕ με τον Υπουργό Γιώργο Σουφλιά, παρουσία και του Θοδωρή Αγγελόπουλου. Καθώς και με υπηρεσιακά στελέχη για θέματα όπως τον αποχαρακτηρισμό του εργοστασίου Νιαγάρα, που κατασκεύαζε καζανάκια!
Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς, γιατί έπρεπε να αλλάξουν τα σχέδια, καθώς η γεωτεχνική μελέτη έδειξε ότι διαπερνούσε την ιδιοκτησία ρέμα, το οποίο θα καθιστούσε ένα τρίτο υπόγειο δύσκολο κατασκευαστικά και ασύμφορο.
Η κατασκευή από την ΠΡΟΕΤ ΑΕ κύλισε ομαλά. Οι εργασίες άρχισαν τον Ιανουάριο 2007 και ολοκληρώθηκαν εντός του 2008. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν παρουσία δύο Προέδρων της Δημοκρατίας, του Κάρολου Παπούλια και του Προέδρου της Δημοκρατίας της Κύπρου Δημήτρη Χριστόφια. Η συγκίνηση του Μιχάλη ήταν καταφανής στην ομιλία του, όπως και μετά, όταν υποδέχτηκε, στον 3ο όροφο, τους πιο προσωπικούς φίλους του, αλλά όπου συνέρρευσαν, εκτός προγράμματος, και πάρα πολλοί άλλοι για να του σφίξουν το χέρι.


Ένας κύκλος είχε κλείσει. Ένα όνειρο ζωής για τον Μιχάλη. Ένα Πολιτιστικό Ίδρυμα που εκφράζει (δικά του λόγια) «την πίστη του προς την νέα γενιά καλλιτεχνών και δημιουργών» και «ένας χώρος έκφρασης και δημιουργίας για τους νέους».
Για μας τους αρχιτέκτονες η ολοκλήρωση του κτιρίου σήμαινε πολλά. Ένα λειτουργικά απαιτητικό εγχείρημα το οποίο να εκφράζει, αρχιτεκτονικά, τις ποικίλες πολιτιστικές δράσεις που περικλείονται από το κέλυφος του. Και δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη η χειρονομία του Μιχάλη Κακογιάννη – να ζητήσει από τον Βασίλη Σγούτα να πει δύο λόγια στα εγκαίνια του κτιρίου. Συνήθως οι αρχιτέκτονες αποτελούν, μετά την ολοκλήρωση ενός κτιρίου, μόνο μέρος της ιστορίας του.

Κατά την διάρκεια της κατασκευής του κτιρίου, ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν παρέλειπε να ενδιαφέρεται, και να επιμένει, στην ανάγκη «δεσίματος» του κτιρίου με το ευρύτερο περιβάλλον. Τέσσερα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ενδεικτικά.
- Η ικανοποίηση του για την συμπτωματική «σχέση» του κτιρίου με τις, στην απέναντι πλευρά της οδού Πειραιώς, δύο εργατικές πολυκατοικίες.
- Ο εξώστης του 3ου Ορόφου με πανοραμική θέα προς τον Ταύρο, αλλά και με την Ακρόπολη στο βάθος. Είχε τότε επιμείνει πολύ ο Μιχάλης να ανοιχτεί και ένα παράθυρο στο τελευταίο πλατύσκαλο του ΝΔ κλιμακοστασίου, προκειμένου να βλέπει κανείς την Ακρόπολη και από κει.
- Ένα «άνοιγμα» στο σκελετό του κτιρίου που επιτρέπει να βλέπεις την Οδό Σμύρνης, και τον Ναό του Αγίου Γεωργίου, από το υπερυψωμένο επίπεδο του 3ου Ορόφου.
- Στο προκήπιο, το ένα και μοναδικό δέντρο που φυτεύτηκε – μια ελιά. Το ήθελε πολύ ο Μιχάλης Κακογιάννης αυτό το σύμβολο ειρήνης.
Τίποτε, όμως, δεν εκφράζει καλύτερα το δέσιμο του Μιχάλη Κακογιάννη με τον περίγυρο του κτιρίου, δηλαδή τον Ταύρο, όσο το άτυπο υπαίθριο φουαγιέ που δημιουργήθηκε μεταξύ της κύριας εισόδου του ΙΜΚ και της Οδού Πειραιώς. Ο χώρος αυτός οριοθετείται από εγκάρσια στηθαία, χαμηλού σχετικά ύψους, που λειτουργούν και σαν άτυπα καθιστικά. Ο όχι ιδιαίτερα μεγάλος αυτός χώρος, οριοθετημένος από το κτίριο, το δρόμο και τα εκατέρωθεν στηθαία, γίνεται – πριν και μετά τις εκδηλώσεις, αλλά και στα διαλλείματα – ένας ιδιαίτερα ζωντανός χώρος. Γεμάτος κόσμο, νέο κόσμο ως επί το πλείστον, και με φόντο την συνεχή κίνηση της οδού Πειραιώς, έχει γίνει ένα κύτταρο ζωής για όλη την περιοχή, αλλά και για τους διερχόμενους. Ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν φειδόταν λόγια για να εκφράσει την ικανοποίηση του για αυτό το δέσιμο του κτιρίου του με τον περίγυρο και τον Ταύρο.
Είχε ένα παράπονο, όμως, ο Μιχάλης Κακογιάννης. Ότι το Ίδρυμα δεν στάθηκε τυχερό με τις συγκοινωνίες. Ούτε με την ανεπαρκή συχνότητα των λεωφορείων της Οδού Πειραιώς, αλλά και ούτε με την σύνδεση του με τους σταθμούς του ηλεκτρικού και του προαστιακού, όταν μια δημοτική λεωφορειακή γραμμή από τον ένα σταθμό στον άλλο θα περνούσε υποχρεωτικά από το Δημαρχείο επί της οδού Πειραιώς, σχεδόν απέναντι από το ΙΜΚ.
ΒΣ/ ΔΣ Νοέμβρης 2019
Για την ιστορία, το κτίριο αποτελείται από έξι επίπεδα, τέσσερα υπέργεια και δύο υπόγεια. Στεγάζει, μεταξύ άλλων, δύο θέατρα, ένα κινηματογράφο και ένα, μικρών διαστάσεων, πολυχώρο θεατρικών κλπ δημιουργιών – το Black Box όπως ονομάστηκε. Ο συνδυασμός μαύρου και κόκκινου στον χώρο αυτό, ακόμα και στα καθίσματα του, αποτελεί και έκφραση του δυναμισμού του Μιχάλη Κακογιάννη.
ΒΣ/ ΔΣ

Μετάφραση από το βιβλίο του Βασίλη Σγούτα “A Journey with the Architects of the World” (σελ. 77)
Το κτίριο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από δύο συγκροτήματα κοινωνικών πολυκατοικιών. Στην αρχή δεν έδωσα μεγάλη σημασία στις τοιχογραφίες πάνω στις πλαϊνές όψεις των δύο γυμνών πλευρικών τους τοίχων. Όσο πλησίαζε η αποπεράτωση του κτιρίου, άρχισα, όλο και πιο πολύ, να αισθάνομαι την παρουσία τους. Τώρα που το κτίριο λειτουργεί, είναι αδιανόητο για μένα να το σκέφτομαι χωρίς τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες της Carpe Diem και του Κυριάκου Ιωσηφίδη στην άλλη πλευρά του δρόμου. Έχω πάντα την αίσθηση ότι αυτές οι τοιχογραφίες σχεδιάστηκαν παράλληλα με το δικό μας το κτίριο, και ότι έχουν γίνει ένα με αυτό. Ιδιαίτερα από το τρίτο όροφο, όπου το εστιατόριο και το μπαρ, ο διάλογος μαζί τους είναι καταφανής. Αυτό με έχει βάλει σε σκέψεις. Δεν θα μπορούσε αυτό να συμβαίνει πιο συχνά; Δεν θα μπορούσαν κτίρια να επικοινωνούν μεταξύ τους; Οι προσόψεις μπορούν να γίνουν καθρέπτες μιας πιο ανθρώπινης σχέσης μεταξύ των χρηστών τους.


