Πηγή: Protagon.gr

Ο κυβερνήτης της (νέας) Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας στον παπά–εξομολογητή του: «Πολλά δεν έχω γέροντα να πω… λίγες χαρές, δουλειά πολλή, σεμνές ανάγκες. Λόγο βαρύ θα πω, ο Θεός ας με συγχωρνάει. Καμιά δεν πάτησα εντολή του, δεν θυμούμαι… »

Ενα μονάχα βάρος νιώθω στην καρδιά μου. Κουράστηκα! Σιχάθηκα! Δεν τους θέλω τους Ελληνες! Συμφέροντα, ψευτιές, ατιμίες, προδοσίες… Σιχάθηκα τους Έλληνες. Μοχθώ, παλεύω, πονώ και χάνομαι γι’ αυτούς, μα δεν τους θέλω. Το αθάνατο το φως μολεύουν της Ελλάδας. Γεράσαν όλοι τους, στα μίση, στις κλεψιές, στις ατιμίες, στους φόνους. Η μόνη ελπίδα πια, η μεγάλη, τα παιδιά τους. Γι’ αυτό έχω τόσο πόθο για σχολειά. Γι’ αυτό μαζεύω απ’ τους δρόμους τα ορφανά και νοιάζομαι για τις μανάδες που βυζαίνουν τα μωρά τους. Έλληνες ίσως να γενούν αυτοί μια μέρα».

Την «εξομολόγηση» αυτή, του Ιωάννη Καποδίστρια, μας την παραδίδει, με τη δική του γραφή, με εμφανείς και τις δικές του πληγές από την Ελλάδα, ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο δημιουργός του «Ζορμπά», του «Καπετάν Μιχάλη», της «Ασκητικής» είχε γράψει ένα άγνωστο (στους πολλούς) θεατρικό έργο, μια «Τραγωδία» όπως την χαρακτήριζε, στην Αίγινα το 1944. Με πηγή έμπνευσης το θεατρικό έργο, «Τραγωδία» επίσης, «Αντάρα στ’ Ανάπλι» του Γεώργιου Θεοτοκά (1905-1966), Χιώτη λογοτέχνη και δικηγόρου. Δημιουργού του «Ελεύθερου Πνεύματος», που θεωρείται ως «μανιφέστο της Γενιάς του ‘30». Η καζαντζάκεια τραγωδία «Καποδίστριας» εκδόθηκε το 1946, την ίδια χρονιά με το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».

Το έργο μας μεταφέρει στις τελευταίες ώρες, πριν από τη δολοφονία του κυβερνήτη Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, όταν ξεψυχά στα χέρια του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Εμφορείται δε από την πνευματικότητα του Καζαντζάκη, ξεκινώντας με μια μακροσκελή προσευχή. Όπως σημείωνε το 1982, ο Θόδωρος Γραμματάς, ο Καποδίστριας του Καζαντζάκη «ξέρει απ’ τα πριν το τέλος του, αλλά δεν προσπαθεί να το αποφύγει. Αντίθετα βαδίζει με πλήρη συνείδηση σ’ αυτό, καταξιώνοντας έτσι την ελευθερία του».

Σε μια σκηνή, ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γέρνει στο γραφείο του Καποδίστρια και του λέει: «Έξω το πλήθος φωνάζει τύραννε». Και εκείνος, στο έργο του Καζαντζάκη, απαντάει με τη φράση που έμεινε στην ιστορία από αυτή την τραγωδία: «Συμπάθησέ τους, Θε μου. Θαρρούν η λεφτεριά πως είναι θυγατέρα της άμυαλης παλικαριάς».

Και ο Κολοκοτρώνης τού αποκρίνεται: «Ε, κυβερνήτη, πάτα ποδάρι. Μην ξεχνάς πως είσαι αφέντης. Χτύπα! Και ας σε προγκούνε “τύραννο”. Μια μέρα θα στήσουν το κορμί σου μαρμαρένιο».

Ο «Καποδίστριας», κατά Νίκο Καζαντζάκη, είχε ανεβαστεί στο Εθνικό Θέατρο την χρονιά που εκδόθηκε, με τον Πολίτη ηθοποιό Νίκο Παρασκευά (1883 – 1959) στον ρόλο του Καποδίστρια, τον Τζαβαλά Καρούσο ως Στρατηγό Μακρυγιάννη και σκηνοθέτη τον Σωκράτη Καραντινό. Αλλά και, ξανά, το 1976, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Παρέμεινε μάλλον ξεχασμένο. Μέχρι που πριν από δύο χρόνια το ανέσυρε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τάσος Νούσιας και σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, πήρε τα δικαιώματα από την κόρη του θεματοφύλακα των έργων του Καζαντζάκη, Πάτροκλου Σταύρου, Νίκη, των Εκδόσεων Καζαντζάκη. Που συμπράττουν μαζί με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης σε ένα εγχείρημα αυτόνομο, εκτός του «Ελλάδα 2021», για το ανέβασμα στην Ελλάδα του 2021, όταν θα γιορτάζονται τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, αλλά και στο εξωτερικό. Όπου και μόνον οπ συνδυασμός των τριών «Κ», Καζαντζάκης, Καποδίστριας, Κακογιάννης έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Αμερική, στην Ελβετία, που ακόμη θεωρεί πρότυπο ηγέτη τον Ιωάννη Καποδίστρια και πάνω στις ιδέες του έχει οικοδομήσει το πολιτειακό της κράτος, και αλλού.

«Ποιος ήταν ο οραματιστής της νέας Ελλάδας; Ποιος ζήτησε την βοήθεια των τραπεζιτών της Ευρώπης; Ποιος κατάφερε να πλάσει κράτος για έναν λαό που μέχρι τότε έτρωγε… πέτρες; Το πολίτευμα της Ελβετίας μέχρι σήμερα, ποιος το εδραίωσε; Την αξία ποίου αντιλήφθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και έσπευσε να παίξει ρόλο πυροσβεστικού συμβιβασμού;» είναι τα ερωτήματα που θέτει εξαρχής ο Τάσος Νούσιας, στην κουβέντα μας για το μεγάλο και διεθνούς ακτινοβολίας εγχείρημα. Διότι η απάντηση σε όλα αυτά είναι μία: «Ο Ιωάννης Καποδίστριας».

Ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε στο πρόγραμμα της πρώτης παράστασης του «Καποδίστριά» του, στο Εθνικό Θέατρο, με πρεμιέρα την 25η Μαρτίου 1946: «Ο Καποδίστριας είναι μια πολυσύνθετη τραγική μορφή τής νέας ιστορίας μας, που άναψε πολλά πάθη, ξεσήκωσε πολλούς φίλους κι οχτρούς κι ακόμα δεν μπόρεσε να κατασταλάξει σε μιαν αρμονικήν ενότητα. Ήταν μια ασκητική υψηλή φυσιογνωμία που κατέβηκε στην αναρχούμενη Ελλάδα για να βάλει τάξη. Ήξερε πως είναι δύσκολο να μερώσει τόσα και τέτοια θεριά, να χορτάσει τόσων χρόνων βουλιμίες και να μετουσιώσει την ασύδοτη ελευτερία σε πειθαρχούμενο Κράτος. Ήξερε καλά πως σαν τους άγιους μάρτυρες κατεβαίνει στο λάκκο των λεόντων· μα δε δίστασε, γιατί αγαπούσε την πατρίδα και πίστευε στη θαματουργική δύναμη του φωτισμένου νου.»

Οι αριστεροί τον κατηγορούν ως τύραννο, οι δεξιοί τον υμνούν ως μεγαλομάρτυρα. Ήταν και τα δυο. Μα απάνω απ’ όλα είχε την ανώτατη τούτη αρετή που τον εξαγιάζει: αγνότητα. Αγνότητα ασκητική, πύρινη».

Το έργο, μου λέει από την πλευρά του ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Τάσος Νούσιας, καταγράφει «τις παθογένειες της φυλής μας. Την κατάρα του αλληλοφαγώματος. Εκείνο το ελληνικό «να πεθάνει η κατσίκα του διπλανού». Είναι ένα μέσο, με αφορμή τον Καζαντζάκη, να μιλήσουμε για τα γεννήματά μας. Για το έθνος των Ελλήνων. Εκεί, ο Καζαντζάκης, που δεν αυθαιρετεί ως προς τα γεγονότα και τους συσχετισμούς, ντοκουμεντάρει και περνάει και τις δικές του σκέψεις σε ένα έργο με βαθιά πνευματικότητα».

Στην πραγματικότητα το έργο έχει την δομή του «Αναζητώντας τον Καποδίστρια», όπως το θέτει ο Τάσος Νούσιας, που θα υπογράψει την δραματουργία και προσαρμογή του, αλλά και την σκηνοθεσία μαζί με την – μόνιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα – Μαρλέν Καμίνσκι, που βάζει στην «εξίσωση» και μια «ξένη» ματιά πάνω στον καζαντζάκειο «Καποδίστρια». Ο Καποδίστριας, «είναι ένας τεράστιος Έλληνας», όπως το θέτει ο Τάσος Νούσιας. Πίσω και πέρα από χαρακτηρισμούς με βάση σημερινά στερεότυπα περί «δημοκρατίας» ή «τυραννίας».

Και το θεατρικό εγχείρημα τέμνεται και τέμνει τους δρόμους τριών μεγάλων Ελλήνων των τελευταίων 200 ετών: Καζαντζάκης, Καποδίστριας, Κακογιάννης. Ο τελευταίος δε δεν αποκλείεται, μετά την παγκόσμια επιτυχία του «Ζορμπά» του, αν έκανε ταινία και τον «Καπετάν Μιχάλη», όπως σχεδίαζε, να έκανε και τον «Καποδίστρια». Όπως μου θυμίζει η αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Ξένια Καλδάρα (Τσιρταβή), μετά τον «Ζορμπά», ο μέγας τότε Μπαρτ Λάνκαστερ είχε ζητήσει από τον σκηνοθέτη να γυρίσουν τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη, αλλά τελικά δεν τα βρήκαν με τα χολιγουντιανά στούντιο.

«Και οι τρεις λείπουν», συνεχίζει ο Τάσος Νούσιας (αυτή την εποχή συνεχίζει τα γυρίσματα – που διακόπηκαν λόγω κορονοϊού – για την Cosmote, του δεύτερου κύκλου της επιτυχημένης σειράς «Έτερος Εγώ» του Σωτήρη Τσαφούλια, στο ρόλο του Διευθυντή Ανθρωποκτονιών, που αντικαθιστά το Μάνο Βακούση). «Λείπουν. Άρα έχουμε να δουλέψουμε με το πιο ζωντανό κομμάτι αυτών των ανθρώπων μετά το θάνατο: με την παρακαταθήκη τους. Και με την ευλογία τους, ελπίζουμε. Έχω μια αγάπη γι’ αυτό το επέκεινα, που είναι πάντα παρόν, πάντα εμπνευστικό, για να ξαναβρίσκουμε την πηγή μας και να κάνουμε το άλμα για το παραπέρα. Πάμε για τα 300 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση. Πού είναι, άραγε, η επόμενη ελληνική φωτεινή παρουσία;»

Και κάτι τελευταίο: «Κάνουμε μια ενδοσκόπηση για να δούμε από που ερχόμαστε και να βρούμε τις ενώσεις μας. Όλα αυτά που μας ενώνουν. Δεν είναι καιρός για διχασμούς. Πρέπει να μιλήσουμε για την αξία των πραγμάτων, όχι για τις σκιές».

Info

«Καποδίστριας» του Νίκου Καζαντζάκη, σε δραματουργία – προσαρμογή – σκηνοθεσία (μαζί με την Μαρλέν Καμίνσκι) – ερμηνεία Τάσου Νούσια, μετά το Φεβρουάριο του 2021