Ο Χρήστος Λύγκας «φωτίζει» πτυχές ενός Σκοτεινού Σπιτιού
Από τον Αχιλλέα Κούρια
Σκηνοθετεί ένα από τα πιο πρόσφατα έργα του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα Neil LaBute, το οποίο για πρώτη φορά παρουσιάζεται σε ελληνική σκηνή και αποπειράται να «φέρει στο φως» τις πιο τραυματικές στιγμές δύο ανδρών που έζησαν σε ένα «Σκοτεινό Σπίτι». Ο Χρήστος Λύγκας προσεγγίζει τις μύχιες πτυχές της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και μας επιτρέπει να εισέλθουμε στη διαδικασία του καλλιτεχνικού του εγχειρήματος, μιλώντας στο www.mcf.gr για την παράσταση του Θεατρικού Συνόλου «Πρώτες Ύλες» που θα φιλοξενείται στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης από τις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Ο συγγραφέας του έργου, σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης σε σχέση με το προσωπικό του τραγικό βίωμα, καταλήγει στο εξής: «Είναι παράξενο πώς τελικά επιβιώνουμε και παίρνει η ζωή μας ένα σχήμα.» Η σχέση μεταξύ των δύο ανδρών που αποκαλύπτεται επί σκηνής έχει ως κοινό σημείο αναφοράς ένα επίσης τραγικό βίωμα που αναδύεται στο τώρα ως ανάκληση του παρελθόντος. Ποιά είναι αυτά τα σχήματα που επιβάλλει η μνήμη στην ανθρώπινη ψυχή, στο σώμα, αλλά και στην ίδια τη συμπεριφορά των ανθρώπων;
Πιστεύω ότι, κομμάτι του πόσο δυνατή είναι η δραματουργία του LaBute, είναι ότι αποφεύγοντας να γίνει μελοδραματικός και υπερσυναισθηματικός πάνω σε αυτό το θέμα το οποίο είναι τραγικό από τη φύση του, εντοπίζει ακριβώς τις συνέπειες του τραγικού πάνω στο πως τις συναντάμε στο σχήμα της ζωής αυτών των δύο ανδρών, όταν τους συναντάμε πια, ώριμους, σε μια ηλικία λίγο πριν τα σαράντα. Σε αυτό το σχήμα της ζωής τους, νομίζω ότι πραγματικά αποτυπώνεται αυτό που θα έλεγε, κανείς, τραυματική μνήμη, ίσως καμουφλαρισμένη με μια έννοια. Εξειδικεύοντας θα έλεγα ότι είναι σαν δύο πλάσματα, δύο παιδιά τα οποία βίωσαν ένα πολύ τραυματικό περιβάλλον παιδικής ηλικίας, μια πολύ τραυματική ανατροφή, με διαφορετικό θα έλεγε κανείς τρόπο. Ο μικρός κρύφτηκε και ανέπτυξε μια τέτοιου είδους άμυνα μέσα από ένα στρουθοκαμηλισμό συναισθηματικό και ψυχολογικό, ενώ ο μεγάλος εκτέθηκε απολύτως, και ουσιαστικά ήρθε σε σύγκρουση με όλη αυτή την βάναυση επίθεση που δέχθηκε σαν παιδί. Στο μεγάλο θα παρατηρούσε κανείς ότι είναι μια μετατραυματική μετάπλαση ακόμη και το γεγονός ότι πηγαίνει σε έναν πόλεμο, στο Κουβέιτ, στα συμφραζόμενα της σύγχρονης Αμερικής που μπορείς να το αποφύγεις. Μοιάζει να είναι μια συνειδητή επιλογή το να πάει σε έναν πόλεμο. Επίσης είναι ένας άνθρωπος ο οποίος επιλέγει να δουλεύει σαν ιδιωτικός αστυνομικός, σαν σεκιουριτάς, κάτι το οποίο νομίζω ότι του επιτρέπει να κρύβεται. Ένας άνθρωπος που κινείται μέσα σε μία πόλη χωρίς ταυτότητα ουσιαστικά. Ταυτόχρονα εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι, ενώ μοιάζει να είναι ένα επάγγελμα που έχει να κάνει με την έκφραση μιας κάποιας δυναμικής, νομίζω πως τελικά αποτελεί ένα κάλυμμα. Φοβάται Είναι περισσότερο άμυνα παρά επίθεση το επάγγελμα που επιλέγει. Στο μικρό από την άλλη, θα έλεγε κανείς ότι όλη αυτή η μνήμη έχει πάρει μια μετάπλαση κατ επίφαση ανώδυνη, γιατί αυτός αναπτύσσει μια φιλοδοξία, θέλει να τα καταφέρει, παλεύει με το σύστημα και πετυχαίνει, αλλά ταυτόχρονα, ο ίδιος υποσκάπτει και υπονομεύει την ίδια του την επιλογή βάζοντας βόμβα στα θεμέλια της συναισθηματικής ζωής της οικογένειάς του, μέσα από τις παρεκτροπές και την παρεκκλιτική συμπεριφορά του. Γενικεύοντας όμως, γιατί νομίζω ότι το θέτετε και κάπως συνολικά, νομίζω ότι όλη αυτή η μνήμη ποτέ δε φεύγει από τις ζωές μας και πάντα βρίσκει μια μεταμφιεσμένη ύπαρξη, είτε στις σχέσεις που φτιάχνουμε, είτε στον τρόπο, κυρίως, που επικοινωνούμε. Νομίζω ότι το βίωμα μιας πολεμικής κατάστασης φτιάχνει και γεννά ένα χαρακτήρα ο οποίος θα επιβιώσει μέσα από μία πολεμική με τα πράγματα, με τη ζωή και με την κοινωνία.
Με ποιες μορφές επιστρέφει η μνήμη και επικαθορίζει τις ζωές των ηρώων; Βρίσκεται πάντοτε στη σφαίρα του φαντασιακού ως φάσματα(εικόνες) – φαντάσματα ή γινόμαστε άραγε μάρτυρες μιας σωματοποίησής της;
Νομίζω ότι σωματοποιείται. Ο ίδιος ο εγκλεισμός του μικρού στο ψυχιατρείο έχει να κάνει, ακριβώς, με αυτή τη σωματοποίηση. Το βαθύτερο ψυχικό του κίνητρο είναι, κάπως, να σπάσει όλη αυτή την ψυχολογική άμυνα που όμως είναι και το σισύφειο μαρτύριό του. Γίνεται ένας εξαιρετικός, ιδιοφυής ψεύτης, γίνεται μετρ στο παιχνίδι της εξαπάτησης. Καταλήγει, όμως, αυτή η εξαπάτηση να είναι ένα σισύφειο μαρτύριο για τον ίδιο. Και νομίζω ότι όλη αυτή η σχέση με τα ναρκωτικά, με τον αλκοολισμό και γενικά με την εξάρτηση και τον εθισμό έχει να κάνει με αυτό. Ο μεγάλος μοιάζει να είναι πάρα πολύ ηθικά σφιγμένος, είναι σαν να προσπαθεί να φτιάξει ένα προσωπείο πάρα πολύ ηθικό, να το υποστηρίξει και αυτό να γίνει το όχημα του για να επιβιώσει, γιατί, κατά βάθος, είναι ένα πάρα πολύ φοβισμένο πλάσμα. Ναι, νομίζω ότι δεν είναι καθόλου διανοητικό, δεν είναι μνήμη, δεν είναι εικόνα, είναι καταγεγραμμένο, νομίζω, στα σώματά τους.
Τα εν λόγω βιώματα των ηρώων έχουν τεθεί στη σφαίρα του απωθημένου. Θα ισχυριζόταν κανείς, λοιπόν, πως εδώ, στο πλαίσιο της παράστασης, επιχειρείται η ανάδειξη του μη κοινωνήσιμου της ύπαρξης των ηρώων. Πως επιτυγχάνεται αυτή η υπέρβαση ώστε να προσλάβει υπόσταση και να αποκαλυφθεί το άρρητο ή το ανείπωτο της ανθρώπινης ψυχής;
Με τη σύγκρουση θα έλεγα Στις δύσκολες αλήθειες που δεν μπορούν να βγουν στην επιφάνεια στη ζωή, μέσα στις σχέσεις μας, νομίζω ότι το μοναδικό όχημα, το οποίο βέβαια είναι επώδυνο και συνήθως το αποφεύγουμε γιατί είναι δυσάρεστο, είναι η σύγκρουση. Φυσικά δε μιλώ για έναν καβγά, έναν απλό τσακωμό, νομίζω ότι τα δύο αδέρφια μπαίνουν, τελείως υποσυνείδητα, σε μία ιστορία πραγματικής αλληλοεξόντωσης, γιατί θεωρώ μέσα από μία μεγάλη, μόνο, και σφοδρή σύγκρουση, μπορεί αυτή η ανείπωτη και δύσκολη αλήθεια να βγει στο φως. Είναι σαν να έλεγε κανείς ότι η σύγκρουση θα σπάσει όλα αυτά τα τείχη που έχουν σχηματιστεί μέσα τους.
Χρησιμοποιείται άραγε μια αισθητική γλώσσα; Αν ναι, ποιό είναι το λεξιλόγιο που διαμορφώνεται από το συγγραφέα, αλλά και από εσάς για να τεθεί στην υπηρεσία αφενός των ηθοποιών, αφετέρου των θεατών προς την εννοιολογική αποκωδικοποίηση του έργου;
Καταρχήν δραματουργικά, από τη μεριά του συγγραφέα, νομίζω ότι ο Labute είναι μετρ και καταπληκτικός στο να γράφει ένα πρώτο επίπεδο καμουφλάζ στα κίνητρα των χαρακτήρων, κατά τη γνώμη μου, με τον πλέον επιτυχημένο τρόπο στο σύγχρονο θέατρο. Αυτός είναι ένας μικρός κίνδυνος, μια μικρή παγίδα, γιατί, αν το πρώτο επίπεδο θεωρήσει κανείς, ότι είναι η πραγματική αλήθεια της σχέσης πάνω στη στιγμή, θα καταστρέψει την ουσία της υπόγειας διαδρομής των χαρακτήρων. Εντοπίζοντας αυτό δραματουργικά, εγώ προσπάθησα να κινηθούμε παράλληλα. Δηλαδή το πρώτο επίπεδο να λειτουργήσει ως το κάλυμμα των χαρακτήρων στην επικοινωνία τους και ταυτόχρονα οι ηθοποιοί να ξέρουν πολύ συγκεκριμένα ότι από κάτω, τα πρόσωπά τους δίνουν πάρα πολύ άμεσα και σαφή χτυπήματα στον πυρήνα της σχέσης. Δηλαδή χρησιμοποιούν, θα έλεγε κανείς, το πρώτο επίπεδο του λόγου σαν μια μικρή κάλυψη των πραγματικών κινήτρων τους, τα οποία είναι πολύ πιο σύνθετα και πολύ πιο ακραία. Αυτό είναι το αισθητικό σχήμα που εγώ προσπάθησα σκηνοθετικά να σεβαστώ και να μπορέσει αυτό να κληθεί στις γραμμές που ακολουθεί η ανάπτυξη της σχέσης των δύο αδερφών κυρίως.
Η αλήθεια των δύο ανδρών μέχρι τη στιγμή της συνάντησής τους μοιάζει να ταυτίζεται με τη λήθη. Προφανώς ο φόβος των συνεπειών κρατά τους χαρακτήρες εγκλωβισμένους στη μέθη μιας στρεβλής και κατασκευασμένης πραγματικότητας. Πότε θεωρείτε πως καθίστανται νηφάλιοι αρκετά για να αντιμετωπίσουν την αλήθεια;
Δεν νομίζω ότι αντιμετωπίζουν την αλήθεια μέσα από τη νηφαλιότητα. Νομίζω ότι στη νηφάλια κατάστασή τους, και οι δύο ισχυροποιούν τις άμυνες και ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς απώθησης της αλήθειας. Όλα ξεκινούν από την παρεκτροπή του Ντρου. Το κομβικό γεγονός είναι αυτό που λέει και ο ίδιος «Ότι βρέθηκα κάποια στιγμή να βλέπω τη ζωή μου να καταρρέει, όταν φουλ στην κόκα ήμουν με μία κοπέλα από τη δουλειά και στούκαρα το αυτοκίνητο πάνω σε μία κολώνα- κάτι που μοιάζει αρκετά συνειδητή επιλογή. Νομίζω ότι αυτό είναι το κομβικό γεγονός που τον αναγκάζει να γυρίσει πίσω στον πυρήνα. Ενώ θα περίμενε κανείς ότι ο μεγάλος, ως κύριος φορέας του δράματος, θα έπρεπε κάποια στιγμή να ανοίξει το κεφάλαιο, κατά τη γνώμη μου το ανοίγει ο μικρός. Είναι αυτό το περίεργο. Εγώ και όλοι μαζί συνειδητοποιήσαμε δουλεύοντας ότι πολύ εύκολα θα έλεγε κανείς ότι το κύριο δραματικό πρόσωπο, ο φορέας της τραγωδίας, της αποπλάνησης, της βίας, είναι ο μεγάλος. Τελικά όμως χρειάστηκε να μπούμε στη διαδικασία να καταλάβουμε πως βίωσε όλη αυτή την πολεμική κατάσταση ο μικρός. Αυτή είναι μια άλλη παράμετρος, μια άλλη περιφέρεια του βίαιου γεγονότος. Νομίζω ότι ήταν πολύ βίαιο όλο αυτό που συνέβαινε, όλη αυτή η απόκρυψη, όλη αυτή η βιαιότητα που απαιτούσε και μία συνενοχή, και από τον μικρό αλλά και από τη μητέρα Νομίζω ότι όλο αυτό ήταν πάρα πολύ βίαιο για τον ψυχισμό του. Τελικά βλέπουμε ότι αυτός που κρύφτηκε και παρέμεινε περισσότερο αλάβωτος, περνώντας στον αφρό της όλης κατάστασης, είναι αυτός που αποζητά να γυρίσουν πίσω για να το πουν. Ενώ στο πρώτο επίπεδο, νομίζω, δε φαίνεται καθόλου κάτι τέτοιο από το έργο. Θα έλεγε κανείς ότι στο πρώτο επίπεδο είναι ο μεγάλος που λέει ότι ήρθα εδώ για να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας, όμως αν κανείς σκεφτεί τι γίνεται υπόγεια στο έργο, ο μικρός δανείζεται το σενάριο, του το κλέβει, με έναν τέτοιο όμως επιπόλαιο τρόπο που είναι σαν να θέλει να πιαστεί. Θα έλεγα ότι υποσυνείδητα πολύ, ο μικρός σκαλίζει το παρελθόν, καθόλου νηφάλια όμως, μέσα από μία παρεκτροπή.
Οι δύο άνδρες γυρνούν στο παρελθόν για να ρίξουν φως στη σκοτεινή τους αλήθεια. Ο σκηνοθέτης σε ποιες αναφορές, μεθοδολογικές, βιωματικές ή άλλες στρέφεται για να ανασύρει αυτό το φως και να το προσφέρει στους ήρωές του;
Σε αυτό το σημείο φτάσαμε, στη διαδικασία της δουλειάς μας, πρακτικά περισσότερο, παρά θεωρητικά. Νομίζω ότι σ εκείνο το σημείο συνειδητοποίησα κι εγώ, λιγάκι εκ των υστέρων, το πόσο με ακουμπάει το συγκεκριμένο έργο, ενώ αρχικά η επιλογή έμοιαζε να μην είναι πάρα πολύ κοντά σε κάτι προσωπικό μου. Αυτό έγινε λίγο αντανακλαστικά Μέσα από την προσπάθεια κυρίως του κεντρικού χαρακτήρα, του ηθοποιού θα έλεγα περισσότερο, να αναμετρηθεί με κάποια προσωπικά δεδομένα και να συγκρουστεί με ένα προσωπικό υλικό, το οποίο κατ ανάγκη δεν είχε καμία σχέση με του έργου. Οπότε νομίζω ότι αυτό ήταν μία αναπόφευκτη αναμέτρηση για όλους μας, σε ψυχικό επίπεδο. Αρχίσαμε δηλαδή ξαφνικά να βρίσκουμε αναλογίες στη σχέση μας με τ αδέρφια μας, στα πράγματα που πήγαν ή δεν πήγαν καλά μέσα σε ένα ανάλογο, όχι ταυτόσημο, αλλά ανάλογο δυσλειτουργικό πυρήνα οικογενειών ʼρχισε δηλαδή να δημιουργείται στην πρόβα ένας κύκλος ενοχής, θα έλεγα για να είμαι απολύτως ειλικρινής. Νομίζω ότι ακουμπήσαμε ξαφνικά, τελείως όμως οργανικά και βιωματικά, σε ένα προσωπικό αίσθημα ενοχής, θα έλεγε κανείς, κι άρχισε μια διαδικασία εξομολόγησης δεδομένων, όχι με την ψυχαναλυτική έννοια, αλλά κυρίως με τα κομμάτια εκείνα που κι εμείς βλέπουμε στο σήμερα ότι ακουμπούν στη σχέση κυρίως με τ αδέρφια μας. Κάπου εκεί λοιπόν κρίθηκε όλο αυτό το στοίχημα σε σχέση με το τι σημαίνει αυτό το «όλα στο φως». Δεν σας κρύβω δε, ότι σε εκείνο το σημείο δημιουργήθηκαν διάφορα δυνατά συναισθήματα, όπως θυμός, όπως κάποιες άμυνες πολύ δυνατές που οδήγησαν μερικές φορές στην πρόβα στο να υπάρξει άρνηση, κυρίως από τους ηθοποιούς, να πάνε προς τα εκεί. Το υλικό ακούμπησε κάποιες χορδές, πολύ πιο προσωπικές από ότι θα περίμεναν. Αυτό ήταν σε ένα καλλιτεχνικό επίπεδο πολύ δυνατό, ταυτόχρονα, όμως, σε ένα ανθρώπινο επίπεδο μας έφερε σε μία αμηχανία με την ευρύτερη έννοια, ούτε καλή ούτε κακή, δεν το εξετάζω έτσι, άλλωστε, ηθικά.
Κάποια στιγμή ο Τέρυ λέει «προσπαθώ να καθαρίσω την ατμόσφαιρα». Η φράση αυτή παραπέμπει τον κοινό νου στην κάθαρση. Επέρχεται αυτή;
Όχι, δεν νομίζω ότι στον κόσμο του LaBute υπάρχει. Είναι ένας κόσμος που δεν υπάρχει Θεός, είναι ένα ύστατο καπιταλιστικό σήμερα, με πολύ βίαιες, σκληρές, κυνικές και ωμές σχέσεις. Δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει, νομίζω, αυτό που λέει ακριβώς. Φέρνει την αλήθεια στο φως, αυτό όμως δε σημαίνει αντανακλαστικά ή κατ ανάγκη ότι επέρχεται μία κάθαρση. Μένει εκκρεμές. Στο τέλος μοιάζει ότι μπορεί να μην ξανασυναντηθούν ποτέ, μπορεί να μην ανοίξουν ποτέ ξανά αυτό το θέμα ή μπορεί και ναι. Νομίζω ότι ο LaBute πιστεύει πως το σκοτάδι το ψυχικό είναι ακόμη πιο βαθύ από τη σχισμή που άνοιξε. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί μένει πάρα πολύ σκοτεινό όλο το σενάριο και ο άξονας του τι έχει συμβεί ανάμεσα στον Τέρυ και τη μικρή κόρη του άντρα που τον αποπλάνησε. Μένει πάρα πολύ σκοτεινό αυτό το σημείο. ʼρα δεν ξέρουμε αν ο κεντρικός ήρωας πήρε την όποια εκδίκησή του και με ποιον τρόπο. Το αφήνει πολύ ανοιχτό ο LaBute αυτό γιατί δε θέλει καθόλου να κάνει την ιστορία αστυνομική. Καθόλου! Όχι, κάθαρση δεν επέρχεται. Είναι σαν να ανοίγει ένας πολύ εκτυφλωτικός προβολέας σε κάτι επώδυνο και σκληρό. Ίσως το πιο θετικό κομμάτι να είναι το τι συμβαίνει στο άτομο μετά από αυτή την αναμέτρηση με αυτή τη σκληρή αλήθεια. Αν εκεί μπορεί να υπάρξει κάτι για να μετατοπίσει τον συναισθηματικό ή ηθικό άξονα των δύο τους, έχει καλώς, αλλά δεν νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος, ως προς πιο, θα έλεγε κανείς, χριστιανικά μηνύματα.
Συχνά η μέθοδος προσέγγισης των χαρακτήρων τίθεται σε πρώτο πλάνο καθώς αυτή είναι που καλείται να αποκαλύψει τις μύχιες πτυχές στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Ακολουθείτε κάποια συγκεκριμένη μέθοδο; Δεδομένου του θέματος ίσως μια ψυχαναλυτική προσέγγιση; Αν ναι, πως φθάνουμε στην αποδόμηση των συναισθημάτων και στη συνέχεια στην ανασύστασή τους σε ολότητες επί σκηνής;
Θεωρώ ότι το θέατρο που γράφει ο LaBute, ως συνέχεια του θεάτρου που γράφει ο Sheppard ή και ο Mamet, είναι ένα θέατρο κινήτρων. Βεβαίως ακουμπά σε όλα τα ψυχαναλυτικά και ψυχολογικά διδάγματα της μεθόδου του Stanislavsky, δε θα έλεγα όμως ότι είναι ακριβώς εκεί. Εφόσον πρόκειται για ένα θέατρο κινήτρων, εγώ δούλεψα με έναν άξονα μεθοδολογικό που βασίστηκε στο να μπορέσουν οι ηθοποιοί να βρουν τρόπους να πραγματώσουν τα κίνητρά τους, ο ένας προς τον άλλο. Η σύγκρουση και η αναμέτρηση των διαφορετικών κινήτρων των προσώπων γέννησαν τα συναισθήματα. Κάπως έτσι καταλαβαίνω εγώ τη διαδικασία που ακολούθησα, γιατί διαφέρει από το να προηγείται μια συναισθηματική αφετηρία. Θα μπορούσαν να είναι η αφετηρία τα συναισθήματά τους, αλλά θα μιλούσαμε για κάτι άλλο. Ίσως τότε πραγματικά θα μιλούσαμε για ψυχαναλυτική προσέγγιση. Η οποία θα ξεκινούσε από την ανάγκη του ηθοποιού να βρει τα ανάλογα συναισθήματα με το χαρακτήρα και τη στιγμή στην οποία δρα επί σκηνής. Εγώ ξεκίνησα μέσα από το να προσπαθήσει ο χαρακτήρας να πετύχει το βαθύτερο κίνητρό του. Κι όταν λέμε κίνητρο, είναι μια ολότητα πολύ πιο σύνθετη. Φυσικά και είναι συναίσθημα, μόνο που μοιάζει λίγο πιο ενεργητικά να ζητά την επαλήθευσή του από τον απέναντι. Αυτό δίνει στο θέατρο των κινήτρων κάτι πολύ πιο ενεργητικό, θα έλεγα, από ότι ένα θέατρο συναισθημάτων, στο οποίο κινδυνεύεις να βουλιάξεις σε μια αυτό-αναφορικότητα της διαδικασίας του ηθοποιού.
Εάν σας καλούσα να εκλάβετε τη θεατρική παράσταση ως μια επικοινωνιακή αλληλόδραση, τότε στην παρούσα περίπτωση ποιός απευθύνεται σε ποιόν, με τι σκοπό και φυσικά πότε εσείς θεωρείτε ότι η επικοινωνία αυτή τελειώνεται επιτυχώς;
Μια θεατρική παράσταση είναι όντως μια προσπάθεια επικοινωνίας και εγώ θα την περιέγραφα ως εξής. Το κύριο μέλημα είναι η επικοινωνία επί σκηνής να είναι πάρα πολύ πραγματική, οι ηθοποιοί, δηλαδή, να είναι πραγματικά μέσα στη στιγμή, γιατί όταν αυτό επιτυγχάνεται στη μεταξύ τους επικοινωνία, το μήνυμα του συγγραφέα και του έργου επικοινωνεί με εξίσου άμεσο τρόπο με το φαντασιακό, το συνειδητό και το υποσυνείδητο του θεατή. Εγώ κάπως έτσι θα ολοκλήρωνα τον κύκλο. Ουσιαστικά η πολύ ακριβής επικοινωνία πάνω στη στιγμή των δρώντων προσώπων, των ηθοποιών, μπορεί και γίνεται ο δίαυλος μέσα από τον οποίο μεταδίδεται το μήνυμα του περιεχομένου του έργου προς το θεατή και λιγότερο, λοιπόν, μια πιο συνειδητή διαδραστική σχέση, η οποία όμως είναι πάρα πολύ υπογραμμισμένη και σαφής.
Ο θεατής είναι συμπαραγωγός νοήματος για εσάς ή μόνο δέκτης προδιαγεγραμμένων μηνυμάτων; Με άλλα λόγια επιδέχεται η παράσταση προσωπικές αναγνώσεις ή καλείται ο θεατής να συμμεριστεί κοινούς τόπους ερμηνείας.
Ο θεατής είναι απολύτως συμπαραγωγός του νοήματος. Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να συμβαίνει στο θέατρο συνολικά. Ναι, βεβαίως, συνδιαμορφώνει. Χαίρομαι πολύ για την ερώτηση που μου κάνετε γιατί εγώ προσωπικά το πιστεύω πάρα πολύ αυτό. Εμένα δε θα μου άρεσε μια σκηνοθεσία να είναι η προσπάθεια κάποιου να επιβάλει κάποιες δικές του ιδέες, τις οποίες κατ επέκταση το κοινό θα έπρεπε να ενστερνιστεί ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να επικοινωνήσει με το έργο. Η επικοινωνία πρέπει να γίνεται άμεσα. Πολύ άμεσα. Αν το κοινό βρεθεί στη θέση να πρέπει να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη λογική ή ιδέα για να παρακολουθήσει ένα καλλιτεχνικό γεγονός, τότε μιλάμε για μια πολύ διανοητική προσέγγιση της θεατρικής πράξης που εμένα δεν με αγγίζει προσωπικά. Βεβαίως υπάρχουν πάρα πολύ διαφορετικές τάσεις και απόψεις πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε ισχυριστεί ότι «η σχέση που έχουμε με την παράδοσή μας είναι τραυματική σε τέτοιο βαθμό που δε μας αφήνει να απελευθερωθούμε και να εξελίξουμε σε ανώτερο σημείο και τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.» Σε τούτη την παράσταση, ο Ντρου ισχυρίζεται πώς αν όλοι γνωρίζαμε πως ο πολιτισμός σταματά έξω από την κλινική στην οποία βρίσκεται τότε όλοι θα θέλαμε να βρεθούμε εσώκλειστοι εκεί. Πως άραγε είναι δυνατόν να υπερκεραστούν οι συμβάσεις της παρούσας συνθήκης ώστε να καταστεί δυνατή η έκφραση της δημιουργικότητας ενός καλλιτέχνη;
Νομίζω ότι αυτή την υπέρβαση την κάνει ο καλλιτέχνης παγκοσμίως, έτσι κι αλλιώς, ανεξάρτητα από το αν έχει πραγματική σχέση με την παράδοσή του ή όχι, όπως είπα σε μια συνέντευξή μου, ότι έχουμε εμείς. Τι εννοώ με αυτό; Για μένα προσωπικά αλλά και, νομίζω, για τους ηθοποιούς, χωρίς να θέλω να μιλώ εκ μέρους τους, οι φορές, οι στιγμές που ερχόμασταν στην πρόβα και πραγματικά κλείναμε την πόρτα στην πραγματικότητα την πολιτική και την κοινωνική, ήταν σε ένα βαθμό ανάλογο με αυτό που λέει ο Ντρου, ότι ήμαστε μέσα στο ψυχιατρείο και δε θέλαμε καθόλου να βγούμε Με την έννοια ότι νιώθαμε όλη αυτή την προστασία της δημιουργικής δουλειάς σε σχέση με το έξω. Η συγκεκριμένη φάση τώρα, που βιώνουμε στην Ελλάδα, νομίζω ότι δημιουργεί πολλούς λόγους για τον καθένα να θέλει να μην τον αφορά, να μην τον αγγίζει, να προστατευτεί όσο περισσότερο γίνεται. Μόνο με την υπέρβαση, λοιπόν, γίνεται. Θέλει, κατά τη γνώμη μου, πολύ δύναμη, θέλει αποφασιστικότητα, μερικές φορές χρειάζεται να συγκρουστείς με πράγματα. Χρειάζεται όμως να είσαι προσεκτικός στο μέτρο με το οποίο συγκρούεσαι με τις καταστάσεις, γιατί η σύγκρουση είναι καλή αλλά μέχρι ενός βαθμού. Για να σας πω την αλήθεια, εγώ στις αρχές της χρονιάς δεν πίστευα καθόλου ότι θα κάνω άλλη μία παράσταση, γιατί πραγματικά είναι πολύ τραυματικό και το κομμάτι της παραγωγής του καλλιτεχνικού προϊόντος στη χώρα μας, όταν μιλάμε για ένα καλλιτεχνικό προϊόν το οποίο δεν υπακούει στους νόμους του συστήματος και της αγοράς. Υπέρβαση, ναι βέβαια, υπέρβαση. Με την έννοια ότι πρέπει να έχεις ένα όραμα, και το λέω χωρίς ενοχή. Πρέπει να το πιστέψεις, κι αν το πιστέψεις αρχίζεις να το εκπέμπεις. Εμένα προσωπικά αυτή η στάση με έχει βοηθήσει εδώ και δέκα χρόνια. ʼλλωστε, πάντοτε, για όλα τα σχήματα τα καλλιτεχνικά είναι πολύ δύσκολη η παραγωγή παραστάσεων και νομίζω ότι αν δεν υπάρχει ένας τέτοιου είδους οραματισμός δεν μπορείς καθόλου να τα καταφέρεις, καθόλου.
Βρήκατε συμμάχους σε αυτή την προσπάθεια κι αν ναι ποιοι είναι αυτοί και με ποιό τρόπο η συμβολή τους υπήρξε καταλυτική για την επίτευξη του καλλιτεχνικού σας εγχειρήματος;
Ναι, βρήκα πολλούς συμμάχους. Καταρχήν το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, το οποίο εκπροσωπεί η κυρία Καλδάρα, τη Στέλλα Αγγελέτου στην παραγωγή, την Ελένη Κυπριώτη, την Αλεξάνδρα Γεωργοπούλου, τον Αλέξη Κυριαζή, όλο το προσωπικό του Ιδρύματος, κάποιους ανθρώπους που χρόνια ανήκουν στο σχήμα, όπως ο Γιάννης Μετζικώφ και η Χριστίνα Παγκουρέλη, από τους οποίους πέρα από την καλλιτεχνική συνεργασία υπάρχει μεγάλη ηθική και συναισθηματική υποστήριξη. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τους υπαλλήλους στο Υπουργείο Πολιτισμού, στον τομέα θεάτρου και Χορού γιατί έχουν κάνει πραγματικά μια υπέρβαση στο να προσπαθήσουν να κινήσουν τις διαδικασίες, βοηθώντας τα καλλιτεχνικά σχήματα να εισπράξουν τα χρήματα των επιχορηγήσεων ελλείψει προσωπικού και ερχόμενοι αντιμέτωποι με όλη αυτή την καινούρια οικονομική κατάσταση που ουσιαστικά τους έχει απογυμνώσει. Υπάρχει πολύς κόσμος που μας έχει σταθεί πάρα πολύ. Τέλος και πάνω από όλους θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συνεργάτες μου και συντελεστές της παράστασης όπως την Κατερίνα Μαραγκουδάκη, τη Βάνα Κωσταγιόλα την Αλεξάνδρα Χατζηιορδάνη, τον Γιώργο Κτενίδη, τον Γιώργο Κουμεντάκη, τον Γιώργο Πούλιο, την Μαρία Μπακοπούλου αλλά και τον Θοδωρή Οικονομίδη, τον Γιώργο Χριστοδούλου και τη Μαρία Προϊστάκη. Πραγματικά είμαι ευγνώμων σε όλους, παρόλο που δε σας κρύβω ότι σε όλη αυτή τη μεγάλη δυσκολία για να συμβεί κάτι τέτοιο, πολλές φορές εγώ χάνω το μέτρο και πολλές φορές ίσως στενοχωρώ και κάποιους ανθρώπους που δεν τους αξίζει καθόλου να στενοχωριούνται, αλλά πραγματικά είναι ένας πόλεμος. Θα είχε ίσως ενδιαφέρον κάποια στιγμή, κάποιος να κάνει μια παράσταση που να αφορά σε όλη αυτή την ιστορία της γραφειοκρατίας στην Ελλάδα. Πραγματικά θα μπορούσε να είναι μια πολύ, πολύ σουρεαλιστική παράσταση, με πολύ τραγικότητα αλλά και πολλά κωμικά στοιχεία.
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΕΝΑ ΚΛΙΚ ΕΔΩ


