Τετάρτες με Κινηματογράφο στο ΙΜΚ- Αφιέρωμα ” Προβολή στην Αμφισβήτηση”

Τετάρτες με Κινηματογράφο στο ΙΜΚ- Αφιέρωμα ” Προβολή στην Αμφισβήτηση”

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2011 – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012
Τετάρτες με Κινηματογράφο στο ΙΜΚ
Προβολές Κλασικών Κινηματογραφικών Αριστουργημάτων
Σε συνεργασία με τη New Star και τον Βελισσάριο Κοσσυβάκη
Κάθε Τετάρτη στο ΙΜΚ με ελεύθερη είσοδο,
απαραίτητη η κράτηση θέσης
στις 21:30
Τετάρτες με Κινηματογράφο στο ΙΜΚ
Το ΙΜΚ στο πλαίσιο της γενικότερης προσφοράς του στους φιλότεχνους της Αθήνας με τη συνεργασία και την υποστήριξη της ανεξάρτητης εταιρίας διανομής επιλεγμένων ταινιών New Star και τον Βελισσάριο Κοσσυβάκη, καθιερώνει μία άτυπη Κινηματογραφική Λέσχη, κάθε Τετάρτη στις 21:30, με ελεύθερη είσοδο, στον υψηλού επιπέδου Κινηματογράφο του. Στις Τετάρτες με Σινεμά του ΙΜΚ, έχουν θέση και θα προβάλλονται ταινίες καθιερωμένων και νέων δημιουργών, ταινίες που μιλούν μία ατόφια κινηματογραφική γλώσσα με εμφανές το στίγμα κάθε δημιουργού, ταινίες που έχουν προσφέρει στην ιδιαίτερη εικόνα και την εξέλιξη εκείνου του κινηματογράφου που αποτυπώνει το διαφορετικό,  ανοίγει ορίζοντες, ψυχαγωγεί και ταυτόχρονα επικεντρώνεται σε ανθρώπους και καταστάσεις, σχέσεις και γεγονότα με ευρύτερο ενδιαφέρον.

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012
Αφιέρωμα ” Προβολή στην Αμφισβήτηση”
&
εισαγωγικά: Αντηχούν Μουσικές στο ΙΜΚ
από την Τετάρτη 4/4/2012 έως την Τετάρτη 18/4/2012, στις 21:00
την Τετάρτη 25/4/2012 στις 20.45

ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ
ΣΤΑ 30
του ΡΟΜΑΝ ΓΚΟΥΠΙΛ

Γαλλία – 1982 – Ντοκιμαντέρ – A/M – 97΄

Χρυσή Κάμερα Κάννες 1982

«Καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατιστός»

Μια μοναδική μαρτυρία  για το Μάη του ’68 «από τα μέσα», για όλους αυτούς που προτίμησαν να καούν, παρά να σκουριάσουν.

ΣΥΝΟΨΗ
Δεκάδες είναι τα φιλμ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναφέρονται στις ταραγμένες μέρες του Γαλλικού Μάη κι ακόμα περισσότερα αυτά που προσπαθούν να συλλάβουν, ακόμα και στις μέρες μας, το «πραγματικό» νόημα της πιο ανήσυχης μεταπολεμικής δεκαετίας. Ο Ρομάν Γκουπίλ, στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου τότε, έζησε τα γεγονότα «από μέσα» όντας οργισμένος ακτιβιστής, σε πεζοδρόμια και οδοφράγματα. Πάντα μαζί του μια οχτάρα κάμερα, καθώς από τα μικράτα του κιόλας έβρισκε πολύ πιο απλό να κινηματογραφεί παρά να μιλάει καν. Πολιτικός του μέντορας, αλλά και κολλητός του, τότε, ο Μισέλ Ρεκανατί, ταγμένος επαναστάτης, παρών σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε σύγκρουση, σε δεκάδες συζητήσεις για το μέλλον και την κατεύθυνση της επανάστασης, ταυτόχρονα, ένα παιδί με ένα διαρκές τραύμα μετά την ανακάλυψη πως ήταν υιοθετημένος. Για τον νεαρό Μισέλ, η διαρκής εξέγερση ήταν ο μοναδικός τρόπος επαφής με τον κόσμο. Κι ο Μάης πέρασε κι ο Ρομάν Γκουπίλ μπλέχτηκε για τα καλά με το σινεμά (βοηθός πια σε σημαντικούς Γάλλους δημιουργούς), ενώ ο Μισέλ αγωνιζόταν να προσαρμοστεί στις καινούριες εποχές. Δεν το κατάφερε ποτέ, το 1978, πριν κλείσει τα τριάντα χρόνια του, έδωσε τέλος στη ζωή του. Ο Ρομάν Γκουπίλ, συγκεντρώνει το υλικό που τραβούσε τις μέρες της εξέγερσης, από διαδηλώσεις, θυελλώδεις συζητήσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας, προσωπικές καθημερινές στιγμές και αποχαιρετά τον αγαπημένο του φίλο και μαζί τις μέρες της αθωότητας. Δεν πρόκειται για μια πένθιμη ελεγεία, ο Ρεκανατί μοιάζει περισσότερο με τον Αντουάν Ντουανέλ, τον ήρωα του Τρυφώ που σχεδόν αδυνατούσε να κατανοήσει τα κίνητρα οποιουδήποτε άλλου εκτός του εαυτού του. Δεν είναι μια αναπόληση των «παλιών καλών καιρών», αλλά μια επιστολή στο παρελθόν γεμάτη φρεσκάδα και χιούμορ (άλλωστε το μοναδικό στυλ χάρισε στον Γκουπίλ και την «Χρυσή Κάμερα» στο Φεστιβάλ Καννών. Είναι μια μοναδική μαρτυρία «από τα μέσα» για όλους αυτούς που προτίμησαν «να καούν παρά να σκουριάσουν», για αυτούς που πραγματικά πλήρωσαν το τίμημα της ουτοπίας, αυτούς που πίστεψαν σχεδόν παθολογικά στην δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου. Το «Να πεθαίνεις στα τριάντα σου» είναι η τελευταία λέξη για τον Γαλλικό Μάη, γλυκόπικρη, ανάλαφρη, ασπρόμαυρη, ανήσυχη κι αντικομφορμιστική, όπως κι οι πρωταγωνιστές της.

Σκηνοθέτης: Roman Goupil

Σενάριο: Roman Goupil

Φωτογραφία: Sophie Goupil, Jean Chiabaut, Renan Polles
Μοντάζ: Francoise Prenant
Ήχος: Dominique Dalmasso, Jacques Kebadian
Παραγωγή: ΜΚ2

ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Η.Π.Α. – 1953 – 90- Έγχρωμο

Το Αριστούργημα του Χέρμπερτ Μπίμπερμαν

Η μόνη ταινία στη μαύρη λίστα του Μακαρθισμού στην Ιστορία του Αμερικανικού Κινηματογράφου. Μια ταινία που προασπίζεται τα δικαιώματα των εργατών, των γυναικών, των μεταναστών. Μέγα βραβείο, βραβείο καλύτερης ηθοποιού Φεστιβάλ Κάρλοβυ-Βάρυ. Καλύτερη ξένη ταινία του 1955 για τους Γάλλους κριτικούς. Το 1992 επιλέχθηκε για το Κρατικό Αρχείο Ταινιών της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

Η ΤΑΙΝΙΑ
Μια από τις πιο τολμηρές πολιτικές ταινίες στην Ιστορία του Αμερικανικού Κινηματογράφου, «Το Αλάτι της Γης» είναι βασισμένη σε μια πραγματική απεργία, και χρησιμοποιεί εργάτες του ορυχείου στο καστ της. Αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα αμερικανικής ταινίας που προωθεί τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ταινία αποκαλύπτει τις άθλιες συνθήκες εργασίας και ζωής της Μεξικανο-αμερικανικής κοινότητας και την σκληρή εκμετάλλευση των κατοίκων από τους λευκούς (Αγγλο- Αμερικάνους, όπως αποκαλούνται) βιομηχάνους.

Κάποτε η γη ανήκε στην κοινότητα, η Εταιρεία Ψευδαργύρου, όμως, ήρθε ξαφνικά, ανέλαβε την εκμετάλλευσή της κι άφησε στους κατοίκους την «επιλογή» είτε να φύγουν ή να δεχτούν να εργαστούν με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς κι άθλιες συνθήκες.

Αναγκάζονται να ζουν σε σπίτια που ανήκουν στη διεύθυνση, να ψωνίζουν σε καταστήματα που ανήκουν στη διεύθυνση. Τα σπίτια είναι καλύβες ανθυγιεινές και χωρίς υδραυλικά. Τα καταστήματα πουλούν τα προϊόντα τους σε πολύ υψηλές τιμές, πράγμα που αναγκάζει τους εργάτες να ζουν χρεωμένοι. Οι συνθήκες ασφαλείας για τους εργάτες είναι ανύπαρκτες, ειδικά αν συγκριθούν μ’ αυτές των ορυχείων όπου εργάζονταν λευκοί. Ενώ στους λευκούς επιτρέπεται να δουλεύουν σε ζευγάρια, οι Μεξικάνοι αναγκάζονται να διεκπεραιώνουν τις πιο επικίνδυνες εργασίες μόνοι, κι όταν διαμαρτύρονται, η διεύθυνση τους απειλεί με απολύσεις.

Η αστυνομία συνωμοτεί με τους ιδιοκτήτες του ορυχείου για να σπάσει η απεργία, διαλύοντας τις συγκεντρώσεις των απεργών. Βρίζοντας και χρησιμοποιώντας ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και σωματική βία, η αστυνομία συλλαμβάνει έναν από τους εργάτες, τον Ραμόν κι ύστερα τον κατηγορεί για αντίσταση κατά της αρχής. Καθώς η απεργία συνεχίζεται, διώχνει τους εργάτες από τα σπίτια τους και καταστρέφει τις περιουσίες τους.

Η απεικόνιση των Μεξικάνων και των μεταναστών στην ταινία δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα του Χόλιγουντ. Δεν παρουσιάζονται ως τα τίμια θύματα που αποζητούν να κερδίσουν την εύνοια του λευκού. Στο «Αλάτι της Γης» οι απεργοί είναι υπερήφανοι αγωνιστές. Οι διαπραγματεύσεις με τη διεύθυνση αποτυγχάνουν, ένας εργάτης τραυματίζεται κι οι απεργοί αποχωρούν και αναδιοργανώνονται. Είναι η σειρά των γυναικών να αναλάβουν δράση. Οι γυναίκες παρατάσσονται ως ανταπεργοσπάστριες και διεκδικούν, εκτός των άλλων, ισότητα και ίση αντιμετώπιση από τους άνδρες.

Μεγάλη νίκη αποτελεί η συνειδητοποίηση ότι η προκατάληψη και η κακή μεταχείριση είναι συνθήκες που δεν επιβάλλονται πάντα και μόνο από εξωτερικούς παράγοντες.

Το Αλάτι της Γης γυρίστηκε μ’ ένα μικρό προϋπολογισμό και με τη βοήθεια των εργατικών συνδικάτων, μποϋκοταρίσθηκε όμως από την κινηματογραφική βιομηχανία και τον Τύπο, που την υποδέχθηκε σαν «κόκκινη» προπαγάνδα. Το συνεργείο και οι ηθοποιοί δέχθηκαν πολυάριθμες απειλές κι επιθέσεις από την Κου-Κλουξ-Κλαν κι άλλες αντιδραστικές οργανώσεις των ΗΠΑ, ενώ η Μεξικάνα ηθοποιός, Ροζάουρα Ρεβουέλτας συνελήφθη πριν τελειώσουν τα γυρίσματα κι απελάθηκε από τις ΗΠΑ, γιατί τάχα είχε περάσει παράνομα τα σύνορα. Όταν η ταινία τελείωσε κανένας κινηματογράφος δε δέχθηκε να την προβάλει. Έτσι το Αλάτι της Γης προβλήθηκε μόνο στο παράλληλο κύκλωμα κι ως το 1964 ήταν ουσιαστικά απαγορευμένο στην Αμερική. Μπόρεσε όμως να προβληθεί σε μερικά διεθνή φεστιβάλ της Ευρώπης κι από κει να γίνει πλατιά γνωστό σε όλο τον κόσμο, χάρη στην υποστήριξη του Ζωρζ Σαντούλ κι άλλων προοδευτικών κριτικών του κινηματογράφου.

Το σενάριο εμπνέεται από μια αληθινή ιστορία απεργίας σ’ ένα ορυχείο του Νέου Μεξικού, που έγινε το 1951. Ο σεναριογράφος Μάικλ Γουίλσον ήταν παρών στα γεγονότα κι έγραψε το αρχικό σενάριο στηριγμένος στις προσωπικές του εμπειρίες. Στη συνέχεια το σενάριο συζητήθηκε σε διάφορες συγκεντρώσεις των μεταλλωρύχων και τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. Για να είναι μάλιστα η ταινία όσο πιο αυθεντική γίνεται, ζητήθηκε από πολλούς εργάτες να παίξουν οι ίδιοι τους ρόλους τους, όπως ο Χουάν Σακόν για παράδειγμα που ήταν πρόεδρος του συνδικάτου.

Σκηνοθεσία: HERBERT J. BIBERMAN,
Σενάριο: MICHAEL WILSON
Παραγωγή: PAUL JARRICO,
Φωτογραφία: SAIMON LAZARUS
Μουσική: SOL KAPLAN
Με τους: ROSAURA REVUELTAS,JUAN CHACON, WILL GEER,
DAVID WOLFE, MERVIN WILLIAMS, DAVID SARVIS

ΤΟ ΜΙΣΟΣ

Γαλλία – 1995 – 96’ – Α/Μ

To Αριστούργημα του Ματιέ Κασσοβίτς

15 χρόνια μετά, επίκαιρο όσο ποτέ

«Ξέρεις την ιστορία του τύπου που πέφτει από τον πεντηκοστό όροφο μιας πολυκατοικίας; Καθώς έπεφτε, έλεγε συνεχώς για να καθησυχάσει τον εαυτό του: Ως εδώ όλα καλά, ως εδώ όλα καλά. Σημασία δεν έχει η πτώση, αλλά η πρόσκρουση.»
Παρίσι- Προάστια- Φτώχια- Περιθώριο- Γκέτο- Μίσος
Ένα τυπικό γαλλικό, Παριζιάνικο προάστιο – συγκρότημα κρατικών κατοικιών, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, ξυπνά ένα πρωί σε κατάσταση πολιορκίας. Τα παιδιά του Bluebell συγκρούονταν όλη τη νύχτα με την αστυνομία. Η αιτία, ένα 16άχρονο αγόρι, ο Abdel Ichah, κινδυνεύει να πεθάνει, μετά από τον άγριο ξυλοδαρμό που υπέστη από αστυνομικό, κατά την ανάκριση. Μια ακόμη, περίπτωση χρήσης άλογης αστυνομικής βίας, μια ακόμη εξέγερση. Ανάμεσα σ’ αυτά τα παιδιά που τα τυφλώνει το μίσος για το σύστημα, είναι και ο Hubert, ο Said και ο Vinz. Αυτή είναι η πιο σημαντική μέρα της ζωής τους. Γιατί δεν είναι μόνο τρεις, αλλά τέσσερις. Ο Said, προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με μικρεμπόριο χασίς, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο  Hubert είναι πεπεισμένος ότι η διατήρηση της «ειρήνης» στην περιοχή είναι  ο μόνος τρόπος να επιβιώσει η κοινότητα. Ο Vinz είναι πεπεισμένος ότι το κλειδί της επιβίωσης είναι το μίσος. Υπάρχει κι ένας τέταρτος ήρωας στην ιστορία, ένα καλογυαλισμένο 44άρι που έχει απολέσει ένας αστυνομικός κατά τη διάρκεια της συμπλοκής. 24 ώρες από τη ζωή των νέων του γκέτο. 24 ώρες να βρεθεί μια λύση στο μίσος που διακατέχει και τα δυο πλευρές. Γιατί, αν η δολοφονία αστυνομικού δεν είναι λύση… Τότε τι;

Ο νεαρός τότε σκηνοθέτης, καταγράφει αυτό το οδοιπορικό, με ύφος άλλοτε ντοκιμαντερίστικο και άλλοτε σχεδόν παραισθητικό, αποτυπώνοντας τα κοινωνικά αίτια που κρύβονται πίσω από τις συμπεριφορές. Η ταινία, βαθύτατα πολιτική, αποτελεί μια προφητική ματιά στα γεγονότα του Παρισιού, το 2006, προοικονομώντας τη βίαιη εξέγερση των μεταναστών στα γκέτο.
Ασπρόμαυρες εικόνες μιας σύγκρουσης.

Γρήγορα, παγωμένα πλάνα από αστυνομικούς που αντιμετωπίζουν διαδηλωτές. Ο  Mathieu Kassovitz χτυπά κατευθείαν στην καρδιά του θέματος και χτυπά δυνατά. Τα παρισινά προάστια «βράζουν» από την είδηση του σοβαρού τραυματισμού του 16χρονου Αμπντέλ Ισάχ από έναν αστυνόμο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Ο χώρος, ο χρόνος και οι ήρωες έχουν ήδη ορισθεί – και οριοθετηθεί – και ο Kassovitz ακολουθεί την πολύπλοκη διαδρομή των σχέσεών τους μέσα στα σπλάχνα μιας κλειστής, σαν φυλακή πόλης, η οποία γεννά και γεννιέται από έναν διαρκή φαύλο κύκλο μίσους. Η ταινία βρίσκεται στο κέντρο του ήδη από την αρχή της και θα μείνει εκεί ως το φινάλε της, κομμάτι κι αυτή μιας πραγματικότητας τόσο γρήγορης και βιαστικής που δεν έχει χρόνο για έτοιμες λύσεις ή εύκολες απαντήσεις.

Μακριά από την κοινωνική ανάλυση και τη φτηνή δημαγωγία, το Μίσος αποτυπώνει εικόνες μιας ασφυκτικής καθημερινότητας με την αμεσότητα του ντοκουμέντου. Χωρίζοντας το πολύβουο κέντρο (πλάνα με κάμερα στο χέρι) από τα ερημωμένα προάστια (τράβελινγκ, διαρκείς αλλαγές γωνίας της μηχανής), περνά με 200 χιλιόμετρα την ώρα μέσα από τα ναρκωτικά, τη βία, τις αδικίες του συστήματος και προσγειώνεται στα πρόσωπα των ηρώων  που κινούνται διαρκώς ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

«Αυτή είναι μια ταινία ενάντια στους μπάτσους και θέλω να εκληφθεί ως τέτοια.», λέει ο σκηνοθέτης, ο οποίος, όμως, αν και κάνει ένα ασπρόμαυρο φιλμ, δε πέφτει στη παγίδα της καταγγελίας και του διαχωρισμού σε άσπρο και μαύρο. Ξεκινά με δεδομένη την αυθαιρεσία της εξουσίας και προχωρά επικεντρώνοντας την προσοχή του στα γρανάζια του μηχανισμού που αναπαράγει και διαιωνίζει την οργή και την προκατάληψη. Το Μίσος ανοίγει ένα παράθυρο στη σύγχρονη γαλλική πραγματικότητα και θέτει μερικά καυτά ερωτήματα τόσο πάνω σε αυτήν όσο και στο ίδιο το σινεμά.

Ο Kassovitz με τη στιλιστική σκηνοθετική του οπτική, απογειώνει τις εικόνες του μερικά μέτρα ψηλότερα από τον περιορισμένο σύγχρονο κινηματογραφικό ορίζοντα. Με μια ευέλικτη, ανάλαφρη και «μετωπική» κάμερα, η οποία μετατρέπεται σε πούπουλο μα και στιλέτο, ακολουθεί τους ήρωες σαν τη σκιά τους και συλλαμβάνει την οργή και την ένταση γύρω και ανάμεσά τους. Τους ορίζει μέσα από τη δική τους, άμεση και καθημερινή γλώσσα, τους ντύνει με μια επιθετική και γεμάτη ρυθμό μουσική, συλλαμβάνει τις χιουμοριστικές στιγμές αλλά και τις δραματουργικές εντάσεις και αφήνει το σασπένς να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, στο σχήμα ενός περίστροφου Σμιθ Εντ Γουέσον το οποίο περιμένει τη στιγμή που θα εκπυρσοκροτήσει.
Με αυθεντικότητα, πρωτοτυπία, πάθος, σοβαρότητα μα και πρόκληση το Μίσος κρατά αυθεντική τη συγκίνηση περνώντας μέσα από το στυλ και ο Kassovitz δοκιμάζει τη δύναμη της ταινίας του σπρώχνοντάς τη ως τα όριά της.

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Mathieu Kassovitz
Μουσική: Assassin
Διευθ. Φωτογραφίας: Pierre Aïm
Μοντάζ: Mathieu Kassovitz, Scott Stevenson
Παραγωγή: Christophe Rossignon
Πρωταγωνιστούν:Vincent Cassel, Hubert Koundé, Saïd Taghmaoui, Abdel Ahmed Ghili, Solo, Joseph Momo, Héloïse Rauth, Rywka Wajsbrot, Olga Abrego, Laurent Labasse, Nabil Ben Mhamed, Benoît Magimel, Medard Niang, Arash Mansour, Abdel-Moulah Boujdouni, Mathilde Vitry, Christian Moro, JiBi, Edouard Montoute

Zabriskie Point
Μια ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι
ΗΠΑ – 1970 –  Έγχρωμη – 110′

Μια αυθεντική δημιουργική κατάθεση για την έκρηξη των sixties, την αντικουλτούρα, την ιδεολογική σύγχυση, τη λυσσασμένη επιθυμία για εξέγερση, το ουτοπικό πλην όμως διαρκές όραμα της ανατροπής.

Το Zabriskie Point είναι η μοναδική ταινία του μεγάλου Ιταλού δημιουργού που γυρίστηκε στην Αμερική. Μέσα από τη χαλαρή ιστορία ενός νεαρού πολιτικοποιημένου ακτιβιστή και της γραμματέως ενός επιχειρηματία, την τυχαία συνάντησή τους, τον έρωτά τους, την περιπλάνησή τους στην έρημο, την δολοφονία του νέου από τους αστυνομικούς και την επιστροφή της ηρωίδας στην καθημερινότητά της, ο Αντονιόνι καταθέτει την δική του ματιά στα ταραγμένα όσο και ανήσυχα sixties στις Η.Π.Α., στην ουτοπία της εξεγερμένης αμερικάνικης νεολαίας, στον διαρκή εφιάλτη της καταναλωτικής κοινωνίας, στην γοητεία της περιπλάνησης στην άγνωστη ήπειρο.

Με ένα σχεδόν ντοκιμαντερίστικο στυλ, με μουσικές των Stones, των Grateful Dead και των Pink Floyd, ο Αντονιόνι βρίσκει την αφορμή να διατρέξει μια δεκαετία και μια ήπειρο, να σημαδέψει την σεξουαλική απελευθέρωση με μια εμβληματική ερωτική σεκάνς, να καταλήξει στο οικείο «ψυχρό» μεγαλοαστικό περιβάλλον, πριν το κυριολεκτικά εκρηκτικό, αναπάντεχο φινάλε (που αντέγραψε και ο Φίντσερ στο Fight Club). Μολονότι εντελώς διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα φιλμ του μεγάλου κινηματογραφιστή, το Zabriskie Point παραμένει ακόμα και σήμερα μια αυθεντική δημιουργική κατάθεση για την έκρηξη των sixties, την αντικουλτούρα, την ιδεολογική σύγχυση, την λυσσασμένη επιθυμία για εξέγερση, το ουτοπικό πλην όμως διαρκές όραμα της ανατροπής, ένας νεολαιϊστικος και όχι μόνο στοιχειωμένος μύθος που επανέρχεται με κάθε προβολή, με κάθε νότα, με κάθε κραυγή.

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni
Σενάριο: Michelangelo Antonioni, Harrison Starr, Clare Peploe
Φωτογραφία: Alfio Contini
Μοντάζ: Franco Arcalli, Jim Benson
Σπέσιαλ εφέ: Earl McCoy
Παραγωγός: Carlo Ponti
Σχεδιασμός παραγωγής: Dean Tavoularis
Με τη μουσική των Pink Floyd, The Youngbloods, The Kaleidoscope, Jerry Garcia, Patti Page, Grateful Dead, Rolling Stones

&
εισαγωγικά στις προβολές των ταινιών
Αντηχούν Μουσικές στο ΙΜΚ
με ελεύθερη είσοδο

Συνοδεύουν κάποιες από τις κινηματογραφικές προβολές. Δημιουργούν μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, βάζουν στο κλίμα των ταινιών και ξαφνικά, αντηχούν μουσικές! Νέοι αξιόλογοι μουσικοί και σπουδαστές μουσικής καταλαμβάνουν το φουαγέ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης και συστήνονται στο κοινό μέσα από μικρές συναυλίες, με διάφορα είδη μουσικής. Μέσα από αυτό τον κύκλο εκδηλώσεων βρίσκουν βήμα έκφρασης και παρουσιάζουν μουσικούς προλόγους για τις κινηματογραφικές προβολές της “Τετάρτης με Κινηματογράφο στο ΙΜΚ”, μισή ώρα περίπου πριν την έναρξη κάθε προβολής με ελεύθερη είσοδο για όλους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ