Το Θέατρο γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα ως ένα είδος κοινωνικού αντιδότου για τους πολίτες κατά τη διάρκεια ενός αιώνα πολέμων, όπου η δημοκρατική πόλη-κράτος γιόρταζε μεν τις νίκες κατά των Περσών κατακτητών και την επιτυχία της Αθηναϊκής κυριαρχίας, αλλά ταυτόχρονα φθείρεται από τους πολιτικούς χειρισμούς δημαγωγών που κατά πολύ ευθύνονται για τα στρατηγικά σφάλματα που οδήγησαν στην ολέθρια ήττα από την ολιγαρχική Σπάρτη.  Στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου, το 428 π.Χ, ενώ η επιδημία της πανούκλας έχει μόλις αφανίσει τον χαρισματικό ηγέτη της Αθήνας, Περικλή, και μαζί του το 1/3 του Αθηναϊκού πληθυσμού, στο τέλος της τραγωδίας «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη, ο χορός καταλήγει: «κοινὸν τόδ᾽ ἄχος πᾶσι πολίταις ἦλθεν ἀέλπτως» (1462) (μτφρ. «Κοινό το πένθος τούτο που αναπάντεχα κατέβαλε όλους τους πολίτες»).  Η τραγική ζωή του Ιππολύτου, γιού του θρυλικού Βασιλιά της Αθήνας, Θησέα, συγκλόνισε ολόκληρο το εκλογικό σώμα των Αθηναίων πολιτών. Ενωμένοι οι Αθηναίοι καλούνται να ξεπεράσουν την απώλεια μέσω ιστοριών, που αποθανατίζουν τους πεσόντες.  Το Θέατρο, λοιπόν, επικυρώνει το κοινωνικό συμβόλαιο μιας δημοκρατικής πολιτείας η οποία σέβεται το άτομο, αλλά παράλληλα προσφέρει τα μέσα για την αμφισβήτηση ρητορειών, οι οποίες δεν ωφελούν πιά την κοινωνία.  Η απομόνωση που βιώνουμε όλοι κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού φέρνει στο προσκήνιο εκ νέου την σημασία της κοινωνικής συνύπαρξης και την αξία της κοινωνικής στήριξης, μαζί με ένα δυνατό κάλεσμα για την εξερεύνηση καινούργιων μέσων για την αφήγηση ιστοριών με τον θεατή ως συμμέτοχο σε ένα πρωτότυπο θέατρο για τον 21ο αιώνα.

Κατερίνα Ζαχαρία, Καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας, Loyola Marymount University, Los Angeles.