Φωτεινή Λαμπρίδη

Στην πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis για το Speedy News, το 78% των πολιτών, φαίνεται να έχει αποφασίσει πως θα αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές και μετά την κρίση της πανδημίας. Το πως επιδρά η πανδημία αλλά και τα μέτρα που πάρθηκαν στην κοινωνική μας συμπεριφορά, είναι κάτι που απασχολεί αρκετούς φιλοσόφους, όπως τον Ιταλό φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν που γράφει σε πρόσφατο άρθρο του: «Οι πρόσφατες δεκαετίες, στις οποίες κυριάρχησαν οι πολιτικές του φόβου, έχουν αφήσει το στίγμα τους. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο σημερινό φόβο της φυσικής επαφής, ή στα καχύποπτα βλέμματα που επιτηρούν την τήρηση της «απόστασης ασφαλείας» μεταξύ των ανθρώπων». Το tvxs.gr ζήτησε από τον Στέλιο Στυλιανίδη (καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρο – ψυχαναλυτή) να σχόλιασει τα αποτελέσματα της έρευνας.

«Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων, λέει ενώ επισημαίνει επίσης ότι: «Οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία και περισσότερο την πολιτική»

  • Ποια ήταν ο πρώτη σας σκέψη μετά την ανάγνωση της έρευνας της Palmos Analysis «οι Ελληνες και ο κορονοϊός»; 

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι υπάρχει ένα δομικό ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της απεικόνισης μιας τόσο πολύπλοκης πραγματικότητας. Είναι ίδια τα κυρίαρχα συναισθήματα εν μέσω πανδημίας μεταξύ μεσαίας ή ανώτερης τάξης και ατόμων που ξαναβρίσκονται σε συνθήκες ανεργίας, εργασιακής επισφάλειας, χρεών, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού; Είναι ίδιες οι σκέψεις ατόμων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι εξαρτημένοι, οι άστεγοι, άτομα με χρόνιο υποκείμενο νόσημα, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες; Πώς συνδέεται σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες η ατομική αγωνία, η έλλειψη προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον με το φόβο της πανδημίας; Τι, άραγε, επικρατεί; Ο φόβος της νόσησης ή το βίωμα ενός γυμνού μέλλοντος; Θέλω να πω ότι οι κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση απέναντι στην υγειονομική κρίση και οι γενικεύσεις συσκοτίζουν αυτή την κρίσιμη παράμετρο. 

  • Σύμφωνα με την εμπειρία σας, είναι αντιπροσωπευτικό το υψηλό ποσοστό των πολιτών που σκοπεύουν να τηρήσουν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης στο ορατό μέλλον; 

Σύμφωνα με την εμπειρία από άλλες μεγάλες σε έκταση και χρόνο επιδημίες εγκαθίσταται -μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου και αγωνιώδους πρόληψης- ένας κοινωνικός αυτοματισμός: Το άγχος, οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, το στρες, συμπτώματα που είναι κυρίαρχα και τεκμηριωμένα από έρευνες και σε άλλες πανδημίες, επιτείνουν την αγωνία νόσησης. Η εσωτερίκευση του φόβου μοιάζει να είναι καθολική και οδηγεί σε κοινωνικές συμπεριφορές όχι απλά της ενδεδειγμένης από τις δημόσιες αρχές προστασίας, αλλά κυριολεκτικά αποφυγής του άλλου, κάτι που αντιτίθεται στον ορθολογισμό. Από τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα ξέρουμε ότι πολλά κρούσματα είναι ασυμπτωματικά ή με πολύ ήπια συμπτώματα, 1/4 των ασθενών παρουσιάζουν μόνο γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετο, διάρροια) και ένα άλλο μέρος παρουσιάζει τα γνωστά προβλήματα πυρετού και αναπνευστικής δυσχέρειας. Επίσης, ξέρουμε ότι τα διαγνωστικά τεστ αντισωμάτων έχουν μικρότερη από 65% αξιοπιστία. Έχοντας σαν δεδομένο ότι τα σημαντικά ερευνητικά κέντρα σε όλον τον πλανήτη, κάνουν μια κούρσα μέσα στο χρόνο για να παράγουν αποτελεσματικά αντιικά φάρμακα πριν από το εμβόλιο, η ερώτηση που τίθεται είναι πότε θα κολλήσουμε, όχι αν θα κολλήσουμε, και πότε θα εμφανιστεί η επόμενη πανδημία από άλλα στελέχη των κορονοϊών.  

Οι αντιφατικές εκτιμήσεις των ιολόγων και των επιδημιολόγων δείχνουν ότι ο σεβασμός στην επιστημονική μέθοδο οφείλει να είναι ένας σεβασμός στους χρόνους της, στις διαδικασίες της και στα ενδεχόμενα όριά της. Η βασική αντίφαση είναι μεταξύ μιας θέσης απόλυτης προστασίας, αυτό που ζούμε σήμερα στη χώρα μας, και μίας άλλης θέσης που παρουσιάζει τον ιό αυτό σαν σύνδρομο εποχικής γρίπης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ως προς την ταχύτητα και τον τρόπο μετάδοσης). Έτσι, και μέσα από την πολιτική διαχείριση του προβλήματος δημόσιας υγείας, οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία, με την αυστηρή έννοια του όρου, και περισσότερο τις πολιτικές δημόσιας υγείας, την ανθεκτικότητα του συστήματος δημόσιας υγείας, τις αξίες και, σε τελευταία ανάλυση, την ίδια την πολιτική. Συμπερασματικά: Η αβεβαιότητα, το στίγμα και οι θεωρίες συνωμοσίας που συνδέονται με κάθε απρόβλεπτη φυσική καταστροφή οδηγούν στην μαζική εσωτερίκευση μιας πανδημίας φόβου με αποτέλεσμα αυτά τα υψηλά ποσοστά σε σχέση με τη διάθεση για κοινωνική αποστασιοποίηση. 

  • Γιατί απαντούν οι πολίτες με αυτόν τον τρόπο; Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα  και οι σκέψεις που καθορίζουν αυτή τη στάση; 

Όπως δείχνει η έρευνα, τα συναισθήματα της ανησυχίας, της ανασφάλειας και του φόβου είναι κυρίαρχα και υπερτερούν συντριπτικά της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Η μεγιστοποίηση του φόβου ο οποίος προέρχεται από μια πραγματική απειλή συνδέεται άρρηκτα με την αναπαράσταση αυτής της απειλής μέσα μας, στον καθένα ξεχωριστά. Μέσα από τις αφηγήσεις ασθενών μου παρατηρώ μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ ενός εσωτερικού καταδιώκτη, ενός αρχετυπικού φόβου ότι η ύπαρξή του θα αφανιστεί από αυτόν τον αόρατο εχθρό, και μια θέση μάχης απέναντι σε έναν εξωτερικό καταδιώκτη, τον ιό. Ο τρόπος που τα ΜΜΕ μεταδίδουν τον κίνδυνο διασποράς και νόσησης αγγίζει ένα κατώφλι πέραν του οποίου η ψυχική ζωή αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική. Έχει μεγάλη σημασία πώς από μια φάση ακραίας ετοιμότητας και εγρήγορσης μπορούμε να περάσουμε, μέσα από την ελαστικοποίηση των μέτρων, προς μια ενδυνάμωση της ατομικής ευθύνης χωρίς ποινολόγια και καταναγκασμούς. 

  • Γιατί οι πολίτες δείχνουν να θυσιάζουν την απόλαυση της κοινωνικής συναναστροφής τόσο μακροπρόθεσμα;

Ο τρόπος που η κοινωνία μας αντιδρά σ αυτή την πανδημία είναι αντιπροσωπευτικός της σχέσης της με την έννοια του ρίσκου/κινδύνου. Οι πολίτες ξέρουν από την επιστημονική αυθεντία και αποδέχονται ότι υπάρχουν ρίσκα που δεν μπορούμε να πάρουμε και είναι πρωτίστως αυτά που αφορούν την υγεία και τη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο: Να θέλουμε να προστατευθούμε από όλους τους πιθανούς κινδύνους – κάτι αδύνατο. 

Αν το ζητούμενο είναι να προβλέψουμε τα πάντα σχετικά με την υγεία μας, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική απορρύθμιση του συστήματος των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Σε σχέση με τον κορονοϊό, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η θνησιμότητα όσο η απίστευτη μεταδοτικότητα. Δεν έχει νόημα η σύγκριση με τα θύματα των τροχαίων ή μιας εποχικής γρίπης αλλά να λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα μιας γεωμετρικής προόδου των κρουσμάτων. 

Αν δεν είχαν παρθεί έγκαιρα περιοριστικά μέτρα, οι επιπτώσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, στις ευπαθείς ομάδες, στα ηλικιωμένα άτομα, θα ήταν μη προβλέψιμες όπως και οι οικονομικές παρενέργειες από ένα παρατεταμένο lockdown. Το πρόβλημα είναι ότι η αντιμετώπιση του υγειονομικού  κινδύνου μπορεί να φέρει οικονομική κατάρρευση. Με δεδομένες αυτές τις αντιφάσεις, η θυσία της απόλαυσης της κοινωνικής συναναστροφής ακόμη και μακροπρόθεσμα, είναι προτιμότερη από τη διαχείριση της αβεβαιότητας μέσα στην αβεβαιότητα (την οποία σηματοδοτεί η νόσηση σε συνδυασμό με την οικονομική αγωνία). 

  • Πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η καχυποψία και με ποιον τρόπο τη φύση των διαπροσωπικών μας σχέσεων, αλλά και τη σχέση του καθενός με αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό σύνολο;

Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων. 

  • Πόσο εύκολο είναι να γίνουμε περισσότερο χειραγωγήσιμοι από τις εξουσίες και να απεμπολήσουμε δικαιώματα; 

Ο περιορισμός ενός μεγάλου αριθμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, θα πρέπει να αποτελέσει μια εξαιρετική συνθήκη με όσο το δυνατόν μικρότερη χρονική διάρκεια. Αυτή η εξαίρεση, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, πρέπει να συνδέεται με την προστασία της ζωής των πολιτών και μόνο με αυτή. Οι παρεκκλίσεις τύπου Όρμπαν, θα πρέπει να καταδικαστούν εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην αναζήτηση της βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειες.  Τα αυταρχικά καθεστώτα πάντα χρησιμοποιούν το φόβο για να χειραγωγήσουν τις μάζες και να παραβιάσουν τα ατομικά δικαιώματα μέσα από τη χρήση νέων τεχνολογιών. 

  • Μπορεί να προκύψει ο,τιδήποτε καλό από όλο αυτό που μας συμβαίνει; 

Έχει ήδη προκύψει: Πρώτον, η συνειδητοποίηση της διάψευσης της παντοδυναμίας του μετανεωτερικού ανθρώπου, μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση της ζωής μας. Δεύτερον, η συνειδητοποίηση της καταστροφής που μπορεί να φέρει στις κοινωνίες η οικολογική καταστροφή και η μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε μέσο ίσως να μας οδηγήσει σε περιορισμό του βιασμού της φύσης προς όφελος των αγορών. Τρίτον, η ανάδειξη της σημασίας της δημόσιας υγείας και ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους δίνει επιχειρήματα και κίνητρο στην Αριστερά για να επανασχεδιάσει – συγκροτημένα και όχι συνθηματολογικά – την πολιτική της ατζέντα ώστε να διευρύνει την επιρροή και την αξιοπιστία της. 

* Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής