Οιδίπους επί Κολωνώ | Το Ελληνικό Φεστιβάλ, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ των Συρακουσών, παρουσιάζει την τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή. Με τη στήριξη του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Οιδίπους επί Κολωνώ | Το Ελληνικό Φεστιβάλ, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ των Συρακουσών, παρουσιάζει την τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή. Με τη στήριξη του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

 

 

Το Ελληνικό Φεστιβάλ,

σε συνεργασία με το Φεστιβάλ των Συρακουσών,

παρουσιάζει την τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή

 Οιδίπους επί Κολωνώ

 

Yannis Kokkos Oedipus at Colonus Site 05

 

17 & 18 Αυγούστου 2018

 

Στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου

 Σκηνοθετεί ο Γιάννης Κόκκος

Στο ρόλο του Οιδίποδα Massimo de Francovich,

ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του θεάτρου και του κινηματογράφου του 20ου αιώνα.

 

Η παράσταση παρουσιάστηκε πρώτα στο 54ο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος των Συρακουσών με τεράστια επιτυχία αποτελώντας διεθνές γεγονός.

 

Με τη στήριξη του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης

 

Γέρος, τυφλός, διωγμένος από την πόλη του ως αποδιοπομπαίος τράγος και μολυσμένος από τα ακούσια αλλά αποτρόπαια αμαρτήματά του, ο Οιδίποδας, σε μια πορεία προς τα πίσω, καταφτάνει ως ικέτης στον Κολωνό. Και το πεπρωμένο του εκπληρώνεται στη γη των πατέρων του, εκεί που ο βασιλιάς Θησέας (και ως εκ τούτου μεταφορικά η Αθήνα) τείνει προς τον απεγνωσμένο ήρωα χέρι φιλίας και αλληλεγγύης.

Σκηνοθεσία - Σκηνικά: Γιάννης Κόκκος
Μετάφραση στα ιταλικά: Federico Condello
Συνεργαζόμενος σκηνοθέτης: Alfio Scuderi
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Annick Blancard
Βοηθός σκηνοθέτη: Stephan Grögler
Μουσική: Αλέξανδρος Μαρκέας
Κοστούμια: Paola Mariani
Φωτισμοί: Giuseppe Di Iorio
Ερμηνεύουν: Massimo De Francovich (Οιδίποδας), Sebastiano Lo Monaco (Θησέας), Roberta Caronia (Αντιγόνη), Stefano Santospago (Κρέοντας), Fabrizio Falco (Πολυνείκης), Eleonora De Luca (Ισμήνη), Danilo Nigrelli (Άγγελος), Sergio Mancinelli (Ξένος), Davide Sbrogiò (Κορυφαίος)
Χορός γερόντων: Massimo Cimaglia, Francesco Di Lorenzo , Lorenzo Falletti, Eugenio Santovito, Carlo Vitiello, La Vecchia Tatu
Χορός νέων: Tommaso Garrè, Salvatore Ventura, Emanuele Carlino, Federico Mosca, Danilo Carciolo
Χορός στρατιωτών: Alessandro Accardi, Mauro Cappello, Antonino Cicero Santaelena, Alessandro di Feliciantonio, Giacomo Lisoni, Andrea Maiorca, Riccardo Rizzo, William Caruso, Roberto Mulia, Salvatore Pappalardo, Stefano Pavone
Χορός γυναικών: Guilia Oliva, Chiara Ciancola, Vittoria Scuderi, Maria Chiara Pellitteri, Miriam Scala, Greta D’ Antonio, Noemi Scaffidi, Silvia Trigona, Guilia Messina, Silvia Messina, Federica Gurrieri, Adele di Bella, Alba Sofia Vella, Guilia Antille, Gabriella Zito
Γριές: Lucia Imprescia, Lisi Giusi


Περισσότερα για την παράσταση

http://greekfestival.gr/festival_events/giannis-kokkos-2018/

 

Δυο λόγια για τον Massimo de Francovich

Γεννημένος στη Ρώμη του 1936 σφράγισε με τους ρόλους του το θέατρο και τον κινηματογράφο του 20ου αιώνα, γνωστός και από την ταινία του Paolo Sorrentino « Η τέλεια ομορφιά» (La grande Bellezza). Αποφοίτησε το 1957 από τη σχολή Silvio d’ Amico, έκανε το ντεμπούτο του την ίδια χρονιά με τον Vittorio Gassman και συνέχισε να συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα της ιταλικής σκηνής, όπως τους Franco Zeffirelli, Tino Buazzelli, Giuseppe Ptroni, Valeria Miriconi κα. Από το 1990 ξεκινάει τη μακροχρόνια και άκρως παραγωγική συνεργασία του με τον εμβληματικό Luca Ronconi.

 

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Massimo de Francovich στο www.teatroecritica.net

«Πιστεύω ότι χρειάζεται μια επιστροφή στο αρχαίο, στο κλασικό. Φυσικά η ‘επιστροφή στο αρχαίο’ δεν σημαίνει να κάνεις ένα παλιό θέατρο. Διαφορετικά πηγαίνουμε προς μια μεγάλη σύγχυση θεάτρου, εικόνας, ήχων. Αυτή η επιστροφή είναι εν μέρει ορατή και από τους αναλυτές. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει ομάδες και εταιρείες του ‘νέου θεάτρου’ να μεγαλώνουν εγκαταλείποντας το κείμενο προς όφελος της εικόνας, του ήχου και της σωματικότητας. Τώρα, όμως, αρχίζουν να αναδύονται καλλιτέχνες που επιστρέφουν στο κείμενο.»

«Μιλάμε για κρίση; Το θέατρο ήταν πάντα σε κρίση, είναι η φύση του»

«Υπάρχει μια μαύρη τρύπα, ειδικά με το θάνατο του Ronconi. Αλλά ο Ronconi, περισσότερο από σκηνοθέτης ήταν εφευρέτης επινοώντας τους χώρους με ένα παραδοσιακό τρόπο. Βλέπω ένα μέλλον στο θέατρο με έμπειρους ηθοποιούς που έχουν συνεργαστεί με πολλούς σκηνοθέτες και γνωρίζουν την τεχνική πλευρά της σκηνής»

«Το μεταφρασμένο θέατρο είναι πάντα μια χώρα του πουθενά. Η μετάφραση δεν θα μας αποδώσει ποτέ την αρχική δύναμη».

«Το να γράψεις για το θέατρο χρειάζεται ένα πολύ ιδαιίτερο ταλέντο, όπως εκείνο του μουσικού και του ηθοποιού. Ο Τσέχοφ ήταν προφανώς δάσκαλος, υπήρχε το περιεχόμενο-εκρηκτικό-και η τεχνική».

«Ήμουν παιδί και είδα το ‘Θάνατο του Εμποράκου’ σε σκηνοθεσία Luchino Visconti, το 1951. Η Rina Morelli ήταν γονατιστή στον τάφο του Willy Loman λέγοντας: ‘ Willy, δεν μπορώ να κλάψω, δεν καταλαβαίνω γιατί’ και από τα μάτια της έτρεχαν ποτάμια δάκρυα. Αυτή η αντικειμενική, κρύα φωνή, με την αντίθεση των δακρύων, με έκανε να νιώθω μια παράλυση, ένα τεράστιο συναίσθημα»

 

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Γιάννη Κόκκου στις Συρακούσες, προσκεκλημένος του Καλλιτεχνικού Διευθυντή Roberto Ando.

 «Επιστρέφω μετά από χρόνια στις Συρακούσες για να το βρω μια πόλη πιο όμορφη, φωτεινή, δυναμική, μοντέρνα από ορισμένες απόψεις. Και γεμάτη από πολλούς τουρίστες με πολιτιστικό ενδιαφέρον. Περπατώντας παρατήρησα ότι έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλα έργα ανακαίνισης των δημόσιων κτιρίων, εκκλησίες και ιδιωτικές κατοικίες. Πραγματικά πολύ όμορφη ενέργεια»

 «Η επιλογή μου ήταν να πάω μακριά από το σπίτι, ήμουν πολύ νέος, 19 ετών, ήθελα να σπουδάσω θέατρο σε υψηλά επίπεδα , να γίνει το επάγγελμά μου καθώς επίσης και ένα πιστεύω ζωής. Προσγειώθηκα στο Στρασβούργο, ένα μέρος όπου ο πολιτισμός είναι πάντα σε αναταραχή, αλλά και φιλοξενεί τα πιο έγκριτα Πανεπιστήμια στην Ευρώπη. Εκεί άρχισα τα πρώτα στοιχειώδη, τη λεγόμενη "άσκηση του θεάτρου", μια τρομερή σφυρηλασία ταλέντων».

«Γνωρίζω πολύ καλά ότι τους επόμενους μήνες αναμένω να ζήσω μια μεγάλο συγκίνηση. Λατρεύω το νησί Ortigia, με φέρνει πίσω στο σπίτι όταν ήμουν αγόρι στην Ελλάδα. Μου αρέσει να αισθάνομαι πως περιβάλλεται από τη θάλασσα. Η Ortigia μου θυμίζει την Κέρκυρα»